Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα συνοπτικά

 Γράφει ο Δρ. Μανώλης Πέπονας



Οι πρώτες συστηματικές αναφορές σε μια «Βόρειο Ήπειρο» παρατηρούνται στα διπλωματικά έγγραφα του 1912, προκειμένου να προσδιορίσουν το τμήμα του βιλαετιού των Ιωαννίνων που θα αποδιδόταν στην Αλβανία, σε αντίθεση με εκείνο (το νότιο) το οποίο θα λάμβανε η Ελλάδα. Συμβατικά, τα όρια της περιοχής θα μπορούσαν να τοποθετηθούν μεταξύ του ποταμού Γενούσου (Σκούμπι) και των στενών Κέρκυρας – Μικρής Πρέσπας, περιλαμβάνοντας εντός τους πόλεις ή πολίχνεις με σημαντικό ελληνικό στοιχείο (Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα, Χειμάρρα, κα). Έως τους Βαλκανικούς Πολέμους, τα εδάφη αυτά ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. 


Κατά την Αρχαιότητα, στην εξεταζόμενη περιοχή είχαν ιδρυθεί ελληνικές πόλεις-κράτη, όπως η Επίδαμνος, η Χιμαίρα και το Ολοκαίνιον. Παράλληλα, εκεί κατοικούσαν οι Ιλλύριοι, ένας λαός που δεν άφησε γραπτά κατάλοιπα και ορισμένοι ιστορικοί συνδέουν με τους σύγχρονους Αλβανούς. Στον Μεσαίωνα η ελληνοφωνία κυριάρχησε, ενώ οι κάτοικοι ασπάστηκαν τον χριστιανισμό. Η κατάσταση αυτή άλλαξε με την οθωμανική κατάκτηση, οπότε παρατηρήθηκαν μαζικοί εξισλαμισμοί. Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Βόρειος Ήπειρος κατοικούταν από ανάμεικτους χριστιανικούς και μουσουλμανικούς πληθυσμού, οι δε γλώσσες που χρησιμοποιούνταν (συχνά ταυτόχρονα) ήταν η ελληνική, η αλβανική και η βλάχικη. Αξίζει να σημειωθεί πως την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν από τις ενδιαφερόμενες πλευρές διάφοροι εθνολογικοί χάρτες, δίχως όμως αυτή να διαθέτουν σοβαρή εγκυρότητα. Επί της ουσίας, έως τους Βαλκανικούς Πολέμους, οι ταυτότητες ήταν ρευστές, με μεικτούς πληθυσμούς να κατοικούν στους διάφορους οικισμούς.


Με τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάδυση των εθνικών κινημάτων των βαλκανικών λαών, οι Έλληνες και οι Αλβανοί βρέθηκαν να διεκδικούν την ίδια περιοχή. Από τη μία πλευρά δηλαδή, το ελληνικό κράτος αποζητούσε την εκπλήρωση της Μεγάλης Ιδέας, η οποία αφορούσε μεταξύ άλλων ολόκληρη την Ήπειρο. Από την άλλη, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1870, αλβανόφωνοι προύχοντες αξίωναν την ένωση των τεσσάρων οθωμανικών βιλαετιών (Ιωαννίνων, Μοναστηρίου, Σκόδρας, Κοσσυφοπεδίου) που διαβιούσαν οι ομόγλωσσοί τους, πράγμα που θα ισοδυναμούσε πρακτικά με την απόδοση αυτονομίας σε αυτούς. Την κατάσταση εκτράχυνε η ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων, λόγω της σημαντικής γεωστρατηγικής θέσης της περιοχής.



Συγκεκριμένα, έως την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενδιαφέρον για τα ηπειρώτικα εδάφη είχαν κυρίως δύο ισχυρά κράτη της εποχής: η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία. Αμφότερα επιδίωκαν τη δημιουργία μιας ισχυρής Αλβανίας, η οποία θα λειτουργούσε ως δορυφόρος τους. Έτσι, η ανάπτυξη του αλβανικού εθνικού κινήματος ωφελήθηκε σημαντικά από την υποστήριξη των δύο χωρών της Αδριατικής, με τις τελευταίες να φροντίζουν για τη χρηματοδότησή του, τη λειτουργία αλβανικών σχολείων και την πολιτική ενίσχυσή του. Χαρακτηριστικά, η Βιέννη δεν δίστασε να απειλήσει στα τέλη του 1913 την Ελλάδα με πόλεμο, σε περίπτωση που εκείνη δεν εκκένωνε τη Βόρειο Ήπειρο.


Η απόδοση της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (Δεκέμβριος 1913), συνάντησε την αντίθεση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής που διεκδίκησε την αυτονομία του. Έτσι, από τον Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο του 1914, Έλληνες αντάρτες αντιμετώπισαν με επιτυχία Αλβανούς χωροφύλακες και ατάκτους, με τον Ελληνικό Στρατό να εισέρχεται αμέσως μετά -με τη σύμφωνη γνώμη της Αντάντ- ως ισορροπιστής της κατάστασης. Έμελλε να αποχωρήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μα αυτό είναι μια ιστορία για άλλο ίσως κείμενο.


Αξίζει να σημειωθεί πως ο Ελληνικός Στρατός κατέλαβε τη Βόρειο Ήπειρο τρεις φορές: κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), μετά τη λήξη του Αυτονομιακού Αγώνα (1914) και στα πλαίσια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1940-1941). Παρά ταύτα, η ανάμιξη των Μεγάλων Δυνάμεων, η εθνολογική ρευστότητα στην περιοχή, καθώς επίσης αρκετά λάθη των ελληνικών κυβερνήσεων είχαν ως αποτέλεσμα τη μη απόδοση της περιοχής στην Ελλάδα.


Η «ταφόπλακα» στο Βορειοηπειρωτικό τέθηκε από τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Θεωρητικά, το τελευταίο αυτοπροβαλλόταν ως ο προστάτης των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων. Η πραγματικότητα πάντως απείχε αρκετά από αυτό. Συγκεκριμένα, επιθυμώντας να ικανοποιήσουν τις ΗΠΑ, οι δικτάτορες προέβησαν σε αρκετές κινήσεις «καλής θέλησης» προς την Αλβανία του Χότζα. Η κυριότερη ήταν η υπογραφή διμερούς εμπορικής συμφωνίας ετησίων ανταλλαγών ύψους 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων με τα Τίρανα (21 Ιανουαρίου 1970) -κάτι που ουδέποτε είχε πράξει πριν κάποια ελληνική κυβέρνηση. Συνάμα, δημιούργησαν αρκετά προσκόμματα στη λειτουργία οργανώσεων απόδημων Βορειοηπειρωτών, τη στιγμή μάλιστα που οι τελευταίοι βίωναν μια σειρά διώξεων στην ιδιαίτερη πατρίδα τους. Επί της ουσίας, με τη Χούντα ξεκίνησε μια μακρά διαδικασία απαξίωσης του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, ο οποίος έμεινε απροστάτευτος και απομονωμένος. 


Βέβαια, το δράμα των Βορειοηπειρωτών συνεχίστηκε έως τη δεκαετία του 1990, οπότε αρκετοί εξ αυτών εγκατέλειψαν τις εστίες τους και μετανάστευσαν στην Ελλάδα. Εκεί έπεσαν συχνά θύματα ρατσισμού, συχνά δε εξομοιώθηκαν με τους Αλβανούς μετανάστες -η αντιμετώπιση των οποίων είναι μια άλλη σκοτεινή πτυχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Όπως αρκετοί εξ αυτών μετέπειτα ανέφεραν, ήταν «Έλληνες για τους Αλβανούς και Αλβανοί για τους Έλληνες». Η ενσωμάτωσή τους υπήρξε σταδιακή κι επίπονη. 


Ενδεικτική βιβλιογραφία

Γούναρης, Εμμανουήλ (2015). Το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα στα πλαίσια της διπλωματικής ιστορίας και του διεθνούς δικαίου, 1912-2015. Σάκκουλας.

Κοραντής, Αντόνιος Ι. (2010). Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα. Η Ιστορία μιας Τραγωδίας. Μίλητος. 

Πέπονας, Εμμανουήλ (2024). O Βορειοηπειρωτικός Αγώνας (1913–1974): Ανορθόδοξος πόλεμος, πολιτική, μνήμη. Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ.

Πιτούλη-Κίτσου, Χριστίνα (1997). Οι Ελληνοαλβανικές Σχέσεις και το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα κατά την Περίοδο 1907-1914. Διδακτορική διατριβή, ΕΚΠΑ.



Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα συνοπτικά

 Γράφει ο Δρ. Μανώλης Πέπονας Οι πρώτες συστηματικές αναφορές σε μια «Βόρειο Ήπειρο» παρατηρούνται στα διπλωματικά έγγραφα του 1912, προκειμ...