Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020

«Τα έξι παλικάρια της Δουρούτης». Οι τελευταίοι νεκροί πριν την απελευθέρωση των Ιωαννίνων



Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων υπήρξε ένα από τα πλέον δυσχερή εγχειρήματα για τον Ελληνικό Στρατό. Ένα σύγχρονο οχυρωματικό δίκτυο είχε κατασκευαστεί γύρω από την πόλη υπό την εποπτεία εξαιρετικών Γερμανών αξιωματικών, με αποτέλεσμα φρούρια όπως το Μπιζάνι να θεωρούνται σχεδόν απόρθητα. Παράλληλα, ο Οθωμανός διοικητής, Εσάτ Πασάς, ήταν ένας ιδιαίτερα καταρτισμένος στρατιωτικός ηγήτορας, οποίος πέτυχε να αντιτάξει σθεναρή άμυνα στις ελληνικές δυνάμεις για αρκετούς μήνες. Υπό αυτές τις συνθήκες, απαιτήθηκε η καταβολή υψηλού φόρου αίματος και η εξάντληση της εφευρετικότητας αξιωματικών όπως ο αντισυνταγματάρχης Παπαδόπουλος και ο ταγματάρχης Βελισσαρίου, προκειμένου ο Ελληνικός Στρατός να πετύχει την είσοδό του στη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου. 


 Ο διάδοχος Κωνσταντίνος φωτογραφίζεται στην πύλη του κάστρου των Ιωαννίνων.


Στις 20 Φεβρουαρίου 1913, μια ημέρα δηλαδή πριν την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, ο Ελληνικός Στρατός θρήνησε τα τελευταία της θύματα: τον Αθανασόπουλο Ιωάννη από το Αλετούργι Μεσσηνίας, τον Κεφάλα Αντώνιο από τη Μεγαλόπολη Αρκαδίας, τον Κρατημένο Ρήγα από τα Λαγκάδια Αρκαδίας, τον Σχίζα Μιχαήλ από το Σέρβον Αρκαδίας, τον Τσακαλουδάκη Εμμανουήλ από την Κρήτη και τον επίσης Κρητικό Πασσιαδάκη Γεώργιο.

Ο αδελφός του τελευταίου, Γιάγκος, συνέταξε ένα σπαρακτικό γράμμα, υπογεγραμμένο την 1η Μαρτίου 1913, το οποίο ανέφερε:
Πήρα το μονοπάτι μονάχος και τώρα στο ηλιοβασίλεμα καθισμένος κοντά στο φτωχό και απέριττο μνήμα σου του οποίου το χώμα είναι ακόμα νωπό σου γράφω το στερνό μου αυτό γράμμα. Ξύπνα αδελφέ μου! Έχω να σου πω τόσες εύμορφες ιστορίες για το Μπιζάνι και τα Γιάννενα που δεν μπόρεσες να τα ιδής αν και τόσους μήνες τυρανούσουν μ’ αυτό τον πόθο στα βουνά. Θυμάσαι δεν ημπόρεσα να σε συναντήσω παρά όταν πρωτοήλθες στην Ήπειρο και για μια και μόνο στιγμή γιατί η δίωρος άδειά μου δεν μου επέτρεπε περισσότερον. Ξύπνα! Σου κρατώ λουλούδια απ’ αυτά που οι σκλαβωμένοι αδελφοί μας έρριπτον κλαίοντες από την χαρά και τον ενθουσιασμό της απολύτρωσεώς των, όταν ημείς ως νικηταί εισήλθαμε στην πόλι. Ξύπνα! Να ακούσης τον ήχο της μουσικής και τον αντίλαλο του τραγουδιού των στρατιωτών που εορτάζουν ακόμη τα επινίκεια.
Ξύπνα! Να μου παραγγείλεις τι θα πω στην μάνα μας όταν επιστρέφω μόνος. Δεν μου απαντάς τίποτε! Το ξεύρω πως δεν υπάρχεις πειά για μας. Το ξεύρω πως δεν θα έλθης πειά στην Κρήτη, αλλά μακρυά από όλους μας μονάχος εδώ στον τάφο σου θα κοιμάσαι κάτω από την άγρια μυγδαλιά που είναι κοντά σου στον αιώνιο ύπνο. Ας είναι το χώμα σου ελαφρό για να μην πιέζη το πληγωμένο στήθος σου! Φεύγω γιατί νύχτωσε. Σκορπίζω πάνω στον τάφο σου τα λουλούδια... Δεν θα σε ενοχλήσω πειά. Κοιμήσου ήσυχα...

Το μνημείο της Δουρούτης.

Ένα μνημείο για τα «έξι παλικάρια της Δουρούτης» βρίσκεται κοντά στη σημερινή θέση του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και κάθε χρόνο λαμβάνουν χώρα εκεί εκδηλώσεις μνήμης. Οι έξι Έλληνες στρατιώτες έπεσαν σε αυτή τη θέση υπερασπιζόμενοι τα ιδανικά τους, λίγο πριν οι συνάδελφοί τους γευτούν τη χαρά της νίκης. 


Πηγές
Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 1987
Μνήμες Πολέμου 1897-1974. Οι αγώνες του ελληνικού έθνους μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα 2012
Richard C. Hall, The Balkan Wars 1912-1913. Prelude to the First World War, Routledge, Λονδίνο 2000 
Andre Gerolymatos, Συγκρούσεις στα Βαλκάνια, Σαββάλας, Αθήνα 2008
Γεώργιος Βεντήρης, Η Ελλάς του 1910-1920, Ίκαρος, Αθήνα άνευ χρονολόγησης, τ. 1


Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Ο Βενιζέλος στο Μπιζάνι (1913): μια επικίνδυνη επίσκεψη


Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1912, όταν η Βουλγαρία, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ελλάδα κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επρόκειτο για μια σύρραξη στην οποία έμελλε να εμπλακούν περί τους ένα εκατομμύριο άνδρες (750.000 για τη βαλκανική συμμαχία και 336.000 για τις σουλτανικές δυνάμεις), να σκοτωθούν χιλιάδες άνθρωποι και εν τέλει να οδηγήσει στην αναπροσαρμογή των συνόρων της Χερσονήσου του Αίμου.1

Την περίοδο εκείνη, αδιαμφισβήτητος πολιτικός ηγέτης της Ελλάδας ήταν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο τελευταίος γεννήθηκε στις Μουρνιές Χανίων το 1864, σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αναμίχθηκε ενεργά με τα κοινά αρχικά στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μετά το κίνημα στο Γουδί (1909), ο Βενιζέλος προσεκλήθη από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο να αναλάβει την πρωθυπουργία, πράγμα το οποίο συνέβη μετά την επικράτησή του στις εκλογές του 1910. Το πλούσιο μεταρρυθμιστικό του έργο τον κατέστησε ιδιαίτερα αγαπητό σε ένα ευρύ τμήμα του πληθυσμού, ενώ η συμμετοχή της χώρας στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο με έναν εκσυγχρονισμένο στρατό πιστώνεται κυρίως στις δικές του ενέργειες.2


Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν ίσως η σημαντικότερη πολιτική φυσιογνωμία της περιόδου.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναμίχθηκε ενεργά στις αποφάσεις που καθόρισαν τη σύρραξη. Διαθέτοντας ένα ευρύ στρατηγικό πνεύμα, έθεσε ως κύριο στόχο την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, έχοντας παράλληλα την προσδοκία της απελευθέρωσης της Ηπείρου με δευτερεύοντα στρατιωτικά τμήματα. Πράγματι, η μεγαλύτερη πόλη της Μακεδονίας παραδόθηκε από τον Οθωμανό διοικητή της στις 26 Οκτωβρίου 1912, η ελληνική όμως επίθεση καταποντίστηκε στα Ιωάννινα όπου έλαβε χώρα μια πολύμηνη πολιορκία. Ιδιαίτερα το οχυρό Μπιζάνι θεωρείτο εν πολλοίς ως απόρθητο, έχοντας κατασκευαστεί υπό την επίβλεψη Γερμανών μηχανικών και φρουρούμενο από ισχυρές μονάδες πυροβολικού. Για να αποκτήσει άποψη της κατάστασης, ο Βενιζέλος μετέβη στην περιοχή τον Φεβρουάριο του 1913. Όπως αποδείχθηκε, επρόκειτο για μια ιδιαίτερα επικίνδυνη απόφαση.

Ο πρωθυπουργός έφτασε σε ένα λόφο κοντά στο Μπιζάνι (Προφήτης Ηλίας) συνοδευόμενος από τον διάδοχο-αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο, τον πρίγκιπα Γεώργιο (μετέπειτα βασιλιάς Γεώργιος Β’) και αρκετούς ανώτατους επιτελικούς αξιωματικούς. Τη σκηνή που ακολούθησε περιέγραψε στα απομνημονεύματά του ο αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, άτομο που ανήκε στους στενούς ακολούθους του Κωνσταντίνου:

“Ο Βενιζέλος εφόρει επενδύτην μέλανον, χρώμα διαφέρον από τας άλλας στολάς των αξιωματικών, όπερ ήτο χακί. Ο εχθρός, διακρίνας τον μελανόν επενδύτην του Βενιζέλου, υπώπτευσε φυσικά ότι επί του βουνού, όπου προηγουμένως δεν εφαίνετο ουδεμία Ελλήνων κίνησις, υπήρχον αντίπαλοι στρατιωτικοί και η θέλησε να δοκιμάση τι συμβαίνει επί του βουνού.
Άρχισε λοιπόν πυρ βαρέος πυροβολικού κατά της κορυφής του βουνού, ρίψας εν όλω πέντε βολάς, δι’ ων περιέβαλε τας κλιτείς του βουνού κατά την διεύθυνσιν των γενετείρων του κώνου, και ούτω το πυρ διηυθύνετο κατά των τυχόν ανερχομένων τας κλιτείς του βουνού. Τοτε, κατά συμβουλήν του λοχαγού του πυροβολικού Ρακτιβάν, ο Βενιζέλος ετάχθη εις τους πόδας του τοίχου της εκκλησίας. Έκεί παρέσυρε και τον διάδοχον. Έγώ δεν εθεώρουν το τοιούτον αξιοπρεπές και κατεκλίθην υπτίως έμπροσθεν της εκκλησίας, παρ’ εμοί δε κατεκλίθη και ο τότε επίδοξος διάδοχος Γεώργιος. Μετ’ ολίγον μία των πέντε βολών έπεσεν αριστερά ημών και διαρραγείσα εφόνευσε διά θραύσματος ένα ίππον αξιωματικού, εκεί πλησίον ημών ευρισκόμενον και ετραυμάτισε τον ιπποκόμον του αξιωματικού. Ο αντίπαλος μετά τας ριφθείσας πέντε βολάς έπαυσε το κατά του βουνού πυρ”.4

 Βενιζέλος και Κωνσταντίνος συνομιλούν. Η σχέση τους υπήρξε τεταμένη.

Τη μαρτυρία του Δούσμανη επιβεβαίωσε ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, Αρχηγός Πυροβολικού της Στρατιάς Ηπείρου. Σύμφωνα με αυτόν, οι οθωμανικές δυνάμεις, παρατηρώντας την ασυνήθιστη κίνηση στον μικρό λόφο, κατανόησαν πως πιθανότατα είχαν απέναντί τους αξιωματικούς του επιτελείου και ξεκίνησαν να βάλουν εναντίον τους. Γρήγορα, η σφοδρή απάντηση του ελληνικού πυροβολικού οδήγησε στη λήξη του σύντομου βομβαρδισμού υπό τον φόβο υπέρμετρων απωλειών. Για τον ίδιο αξιωματικό πάντως, η αντίδραση τόσο του Βενιζέλου όσο και του Κωνσταντίνου ήταν ιδιαίτερα ψύχραιμη, παρά το γεγονός πως δύο στρατιώτες δέχθηκαν οβίδες δίπλα τους, με τον ένα εξ αυτών να υποκύπτει τελικά στα τραύματά του. Ο Παρασκευόπουλος τέλος, στηλίτευσε την απόφαση της ηγεσίας του να μεταβεί δίχως προφυλάξεις σε ένα τόσο προκεχωρημένο σημείο.5


Τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν έπειτα από πολιορκία αρκετών μηνών.

Έπειτα από πολύνεκρους αγώνες, τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν από τον Ελληνικό Στρατό στις 6 Μαρτίου 1913, έναν δηλαδή μήνα μετά την επίσκεψη του Βενιζέλου. Κατά τα επόμενα έτη, ο τελευταίος έμελλε να συγκρουστεί με τον Κωνσταντίνο και οι δύο αυτόπτες του περιστατικού θα ακολουθούσαν εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές κατευθύνσεις: ο Παρασκευόπουλος πρωτοστάτησε στο Κίνημα Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, ενώ ο Δούσμανης παρέμεινε ακραιφνής αντιβενιζελικός έως το τέλος της ζωής του. 


Παραπομπές
1 Richard C. Hall, The Balkan Wars 1912-1913. Prelude to the First World War, Routledge, Λονδίνο 2000
2 Herbert Adams Gibbons, Βενιζέλος. Μια βιογραφία 1864 – 1920, Ευρασία, Αθήνα 2004, Λίλη Μακράκη, Ελευθέριος Βενιζέλος 1864-1910. Η διάπλαση ενός ηγέτη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992, Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988
4 Βίκτωρ Δούσμανης, Απομνημονεύματα. Ιστορικαί σελίδες τας οποίας έζησα, εκδοτικός οίκος Πέτρου Δημτράκου, Αθήνα 1946, σ. 96-97
5 Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, Αναμνήσεις 1896-1920, Αθήναι 1952, τ. 1, σ. 110-112

Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα συνοπτικά

 Γράφει ο Δρ. Μανώλης Πέπονας Οι πρώτες συστηματικές αναφορές σε μια «Βόρειο Ήπειρο» παρατηρούνται στα διπλωματικά έγγραφα του 1912, προκειμ...