Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

«Προσοχή! Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός»: Ο Κώστας Σταυρόπουλος και το τελευταίο μήνυμα πριν την κατάληψη της πρωτεύουσας

 


Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.


Ο  Κώστας Σταυρόπουλος γεννήθηκε στην Αίγυπτο, όντας γόνος οικογένειας εθνικών ευεργετών. Το 1939 προσελήφθη από την Ελληνική Ραδιοφωνία, πρωτεύοντας στον σχετικό πανελλήνιο διαγωνισμό για την κάλυψη της θέσης. Σύμφωνα με τους συγχρόνους του, επρόκειτο για έναν χαρισματικό εκφωνητή που μάγευε με τη φωνή του τους ακροατές. Η εργασία του ήταν σκληρή και αφορούσε την παρουσίαση των βραδινών δελτίων ειδήσεων, τους λόγους σημαντικών προσώπων της εποχής, καθώς επίσης αρκετών εκπομπών.


Όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος (28 Οκτωβρίου 1940), ο Σταυρόπουλος μετέδωσε την είδηση. Έκτοτε, αποτέλεσε τη φωνή που πληροφορούσε τον ελληνικό λαό με τα σύντομα επίσημα ανακοινωθέντα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ήταν ο άνθρωπος που ανακοίνωσε στους συμπατριώτες του την εισβολή της Γερμανίας στην Ελλάδα, καθώς επίσης αυτός που εκφώνησε το συγκινητικό μήνυμα της κατάληψης της Αθήνας. Το τελευταίο μεταξύ άλλων ανέφερε τα εξής:

Προσοχή! Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα. Έλληνες, μη τον ακούτε. Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής νίκης. Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων.

Ο Σταυρόπουλος διατήρησε στη μνήμη του τα σχετικά λόγια, φροντίζοντας για την ηχογράφησή τους αρκετά χρόνια αργότερα. Έτσι, διασώθηκε ένα αξιομνημόνευτο ιστορικό τεκμήριο, το οποίο είναι διαθέσιμο στο κοινό.




Ο σπουδαίος Έλληνας εκφωνητής πέθανε στην Αθήνα το 1974.



[Σύνταξη κειμένου: Μανώλης Πέπονας, για τον ιστότοπο storia95]


Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

Ο Πετρακογίωργης καταθέτει για τα γερμανικά εγκλήματα πολέμου


Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.


Ο Γιώργος Πετράκης ή Πετρακογιώργης γεννήθηκε στο Μαγαρικάρι της Μεσαράς το 1890. Πολέμησε στη Μικρασιατική Εκστρατεία και διηύθυνε έπειτα τις επιχειρήσεις του με εξαιρετική επιτυχία. Συμμετείχε στη μάχη της Κρήτης, πρώτευσε δε στην Εθνική Αντίσταση του νησιού δρώντας κυρίως στην περιοχή του Ψηλορείτη. Η ομάδα του έλαβε μέρος σε πολλές συμπλοκές και σημαντικά γεγονότα όπως η απαγωγή του στρατηγού Κράιπε. Στις 31 Ιανουαρίου 1945, ο Στρατιωτικός Διοικητής Νομού Ρεθύμνης βεβαίωνε για τον Πετρακογιώργη: «επί τριετίαν και πλέον παρέμεινε πρώτος εις τας πρώτας επάλξεις του εθνικού αγώνα (...) και ότι υπήρξε εις τα όρη η εστία που δεν έσβησε ποτέ η φλόγα της ιδέας της πατρίδος και ελευθερίας». Μεταπολεμικά, εξελέγη επανειλημμένα βουλευτής Ηράκλειο με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 1972.



Η κάτωθι μαρτυρία του Κρητός οπλαρχηγού έλαβε χώρα στα πλαίσια της δίκης των στρατηγών Μύλλερ και Μπρόυερ στα τέλη του 1946, είναι δε ικανή να φωτίσει την εικόνα της αντίστασης στην Κρήτη. Την ανάσυρση από την αφάνεια των εν λόγω Πρακτικών οφείλουμε στις εξαιρετικές έρευνες του δρ. Γιώργου Καλογεράκη.



Κατά την διάρκεια της κατοχής εγώ ήμην εις την Κρήτην Αρχηγός της Αντιστάσεως, τας ημέρας της πτώσεως των αλεξιπτωτιστών ευρισκόμην στα Χανιά μαζί με τον Δημητρακάκην στο Ξενοδοχείον «Μίνωα». Παρακολουθήσαμεν τας επιχειρήσεις από την πρώτην στιγμήν. Για το Ηράκλειον δεν γνωρίζω εξ ιδίας αντιλήψεως, διότι όπως λέγω ήμην εις τα Χανιά. Εις Μοίρες όπου ευρισκόμην αργότερα έλαβα ένα τηλεφώνημα από την Χωροφυλακήν να πάω εις το Ηράκλειον.



Εις το Ηράκλειον εσκότωσαν και ένα μου παιδί. Εις το Ηράκλειον οι Γερμανοί έκαμαν επί 6-8 ημέρας μάχας, όποιον δε εύρισκον, χωρίς καμίαν διαδικασίαν τον εσκότωναν, τούτο δε συνέβη και μετά την μάχην του Ηρακλείου. Όπως έμαθα πολύ κόσμο εσκότωσαν. Σε τέτοιο βαθμό είχαν φθάσει οι εκτελέσεις που ούτε τους τάφους των γνωστών δεν γνωρίζομεν. Το παιδί μου συνελήφθη άοπλον, ήτο δε 18 ετών, αλλά με πρόωρον ανάπτυξιν. Τούτο έγινεν την 29ην Μαΐου 1941. Μετά την κατοχήν έγιναν ομαδικές εκτελέσεις. Τον Σεπτεμβρίον 1942 ήμην εις τον Ψηλορείτην. Εις την Μεσσαρά είχον συγκεντρωθή τα υπολείμματα των Αγγλικών Στρατευμάτων με σκοπόν να βρούν μέσον να φύγουν δια την Αίγυπτον, εκεί δε διεφώνησαν οι Άγγλοι μεταξύ των και μισοί παρεδόθησαν στους Γερμανούς και οι λοιποί ανέβησαν στα βουνά. Τότε είχα πληροφορηθή ότι κατεζητούμην από τους Γερμανούς και γι’ αυτό εκάθησα με την οικογένειά μου στο χωριό μου το Μαγαρικάρι. Την 1ην Μαρτίου 1942 οι Γερμανοί περιεκύκλωσαν το χωριό και ηθέλησαν να πιάσουν την οικογένειάν μου. Από τότε κατέφυγα στο βουνό. Το Μαγαρικάρι κατεστράφη τελευταία μετά την Λοχριά και τις Καμάρες, παραδειγματικώς δε επί 22 ημέρας διήρκεσεν η καταστροφή του, επήραν δε εκ του χωρίου περί τας 500.000 οκάδας λάδι, οι κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια των, τα οποία κατέστρεψαν σε βαθμό να φανούν νερό στα θεμέλιά των. Εμένα έστειλαν 42 συγγενείς μου στην Γερμανία και κανένας μέχρι σήμερον δεν επέστρεψε. Από το Μαγαρικάρι πήρανε 15 άνδρες και 9 γυναίκες και συνεπλήρωσαν τον αριθμόν που ήθελον, εξ αυτών μία γυναίκα ήτο έγγυος. Το χωρίο μου κατεστράφη διότι οι Γερμανοί είπαν ότι έκαμα πολυτελή κηδεία στη μητέρα μου, ενώ εγώ όταν εγένετο η κηδεία ήμην στο βουνό. Και τα τρία ανωτέρω χωρία εκ θεμελίων κατεστράφησαν, ακόμη δε μέχρι σήμερα ο κόσμος δεν πήγε στο Μαγαρικάρι, τέτοια ήτο η καταστροφή ! Κανένα δικαιολογητικό δεν υπήρχεν δια την καταστροφήν των ανωτέρω χωρίων, πλην του Μαγαρικαρίου διότι κατηγόμην εγώ από εκεί. Τότε ετυφέκισαν 45 άτομα, εκ των οποίων 2 γυναίκες. Εζήτησα να μάθω λεπτομερώς και συγκεκριμένως πληροφορίας δια τα γεγονότα του Μαγαρικαρίου γιατί κατηγόμην από εκεί. Έστειλαν μάλιστα δύο ανθρώπους επί σκοπώ δια να ζητήσουν πληροφορίας. Τοιαύτη δε ήτο η συμπεριφορά των Γερμανών, ώστε τα πτώματα έμειναν μέρες άταφα. ‘Ολες οι γυναίκες ήσαν σκοτωμένες σ’ ένα σημείο, εις το οποίον προφανώς και εξετελέσθησαν.

(...)

Κατά την εποχήν των γεγονότων της Βιάννου εγώ ήμην στον Ψηλορείτην. Οι αντάρτες του Παντουβά δεν είχον επικοινωνίαν με τα χωριά της Βιάννου. Με το χωριό δεν είχομεν επικοινωνίαν διά να μην δώσωμε το δικαίωμα εις τους Γερμανούς να κάμουν αντίποινα, εγώ εκυκλοφόρουν με το ψευδώνυμό μου «Οδυσσεύς». Πολλές φορές είχαμε τέσσαρες ημέρας να φάμε και τούτο δια να μη επικοινωνούμε με τα χωριά. Τα χωριά της Βιάννου δεν είχον αντάρτες. Τα καταστραφέντα χωριά ήσαν πριν την πλευράν της περιοχής των Αστερουσίων ορέων. Δια να λάβετε σαφή ιδέαν των γεγονότων της Βιάννου δέον να καλέσητε τον δημοσιογράφον Διγενάκην, όστις ήτο αυτόπτης μάρτυς. Και αν ακόμη παρίστατο ανάγκη να σταλούν αντάρτες προς μίαν κατεύθυνσιν πάντως σκοπός μας ήτο να αποφεύγουν να διέρχωνται εκ χωρίων, με αποκλειστικόν σκοπόν να αποφεύγωνται τα αντίποινα εκ μέρους των Γερμανών. Μου είχον στείλει προσωπικήν επιστολήν προς τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως Καϊρου Εμμ. Τσουδερόν, δια της οποίας του εζήτουν να παύσουν τα σαμποτάζ, διότι μετά οι Γερμανοί εστρέφοντο εναντίον του αμάχου πληθυσμού. Κατά την 20-26 Αυγούστου 1943 ευρισκόμην εις Λειβαδιάτικο βουνό, απ’ εκεί πέρασαν 150 Γερμανοί, πλησίον εκεί είδον 8 ανθρώπους τους οποίους και εξετέλεσαν, ήσαν δε αθώοι εργατικοί άνθρωποι και ευρέθησαν εκεί προς μεταφοράν ξύλων. Την επομένην το Γερμανικόν αυτό τμήμα επροχώρησεν προς τα επάνω εκεί δε ήτο ένας παπάς ονόματι Βαρδιάβασης, με κάτι κατοίκους των γύρω χωριών, όπως από τον Άγιον Αβδελά, αργότερα εις το χωρίον Μετόχι εξετέλεσαν τον ανωτέρω παπάν. Εις το σημείον τούτο ο Γραμματεύς κατ’ εντολήν του Προέδρου ανέγνω την ένορκον κατάθεσιν του Βαρδιάβαση Γεωργίου του Ανδρέου συνταξιούχου δημοδιδασκάλου ετών 78. Μεθ’ό ο μάρτυς συνεχίζει ως κάτωθι : Εις την θέσιν ένθα συνελήφθησαν δι’ εν τη αναγνωσθείση καταθέσει αναφερόμενοι, αποκλείεται να ήτο (απαγορευμένη ζώνη ), διότι εκεί ήσαν στάνες και εφ’ όσον υπήρχαν στάνες δεν ήτο δυνατόν να ήτο η περιοχή απηγορευμένης ζώνης. Είς βοσκός ονόματι Πολυζώης, ευρέθη εις το βουνό και εστάλη εις το χωρίο Γουργούθι και κατόπιν διαταγής μου δια να ειδή εάν ήτο εκεί Γερμανοί, επιστρέψας δε με επληροφόρησεν ότι πολλά Γερμανικά αυτοκίνητα είχον εκεί σταθμεύσει. Η δύναμις των ανταρτών που είχα εκείνην την στιγμήν μαζί μου ανήρχετο μόνον εις 10 άνδρες. Την πρωϊαν αντελήφθην την κύκλωσιν των πέριξ χωριών. Οι Γερμανοί όπου έβλεπον άνθρωπον τον εφόνευον. Κατέστρεψαν το χωριό Γερακάρι και εφόνευσαν 55 άτομα, εις Βρύσσες εφονεύθησαν 30, εις Καρδάκι 20, εις Άνω Μέρος 10, Κρύα Βρύσση 35, εις Σαχτούρια 36. Την 26ην Αυγούστου 1943 κατεστράφησαν η Λοχριά και το Μαγαρικάρι. Δια τας βιαιότητας και καταστροφάς δεν υπήρχε καμμία αιτία, εξέδωκαν τότε προκήρυξιν και έλεγον ότι επειδή διήλθεν εξ ορισμένων χωρίων ο απαχθείς Κράιπε κατάστρεψαν τα χωρία τούτα. Εν αγγλικόν πλοίον προσέγγισεν εις την «Σαχτουριανήν Γυαλιάν» και επειδή το πλοίον προσέγγισεν εκεί κατέστρεψαν τα χωριά.


Αξίζει να σημειωθεί πως οι δύο κατηγορούμενοι στρατηγοί, Μύλλερ και Μπρόυερ, κρίθηκαν ένοχοι για εγκλήματα πολέμου κατά του αμάχου πληθυσμού. Εκτελέστηκαν στις 20 Μαΐου 1947, ανήμερα της επετείου από την έναρξη της μάχης της Κρήτης.




Πηγές
Beevor, Antony. Crete: The Battle and the Resistance, John Murray Ltd, Λονδίνο 1991.
Καλογεράκης, Γιώργος. «Τα  πρακτικά της  δίκης  των  σφαγέων  της  Κρήτης στρατηγών  Μπρούνο  Μπρόγερ  και  Φρειδερίκου  Γουλιέλμου  Μύλλερ», στο: e-mesara, 20-12-2019, https://e-mesara.gr/ta-praktika-tis-dikis-ton-sfageon-tis-kritis-stratigon-mproyno-mproger-kai-freiderikoy-goylielmoy-myller-2/. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2020.
Μανουκάκη-Μεταξάκη, Άννα. «Η προσωπικότητα και η δράση του καπετάν Πετρακογιώργη», στο: Πατρίς, 13-9-2008, https://archive.patris.gr/articles/141157. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2020.





Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Σάρα Γεσουά: μια σημαντική αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης από τη Χαλκίδα

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.

H Εύβοια αποτελούσε τόπο συνάντησης εκατοντάδων προσφύγων από την Αττική που επιθυμούσαν να περάσουν με καΐκια στα νησιά του Αιγαίου κι από εκεί στην ουδέτερη Τουρκία για να σωθούν. Η σχετική υπηρεσία που δημιουργήθηκε, είχε οργανωθεί από δύο αδελφούς και τελούσε υπό την προστασία του ΕΛΑΣ. Ανάμεσα στα άτομα που μεταφέρθηκαν από το μεγάλο αυτό νησί του Αιγαίου στο λιμάνι του Τσεσμέ ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, καθώς επίσης αρκετοί Εβραίοι που είχαν προλάβει να διαφύγουν από τη Θεσσαλονίκη ή άλλοι οι οποίοι είχαν καταφέρει να λάβουν ξένα πιστοποιητικά υπό ιταλική αιγίδα. Ο ιστορικός Steven Bowman υπολογίζει τους διασωθέντες σε πάνω από χίλιους Εβραίους και 75 μη Εβραίους Έλληνες.1

Η Σάρα Γεσουά2 γεννήθηκε στη μεγαλύτερη πόλη της Εύβοιας, τη Χαλκίδα. Φοίτησε στο τοπικό γυμνάσιο, όπου διακρίθηκε για τις επιδόσεις της. Όντας ανιψιά του ήρωα του Ελληνοϊταλικού πολέμου αντισυνταγματάρχη Μορδοχαίου Φριζή, διέφυγε με τη μητέρα της σε ηλικία 15 ετών στο χωριό Στενή. Εκεί, μάθαινε στις γυναίκες της περιοχής ανάγνωση και γραφή, μιλώντας παράλληλα για θέματα γυναικείας χειραφέτησης. Πιθανότατα, την εποχή εκείνη είχε ήδη συνδεθεί με την ΕΠΟΝ, πράγμα που αποδεικνύεται κι από το γεγονός πως ειδοποιήθηκε έγκαιρα για τις γερμανικές επιχειρήσεις στην περιοχή.




Η «Σαρίκα» (όπως ονομάστηκε η νεαρή Σάρα) δεν άργησε να γοητευθεί από την ένοπλη αντίσταση κατά των κατακτητών. Οπλισμένη, περιόδευε στα χωριά καλώντας τις γυναίκες στην Αντίσταση. Με την πάροδο του χρόνου, σχηματίστηκε υπό την ηγεσία της μια μικρή μονάδα από νεαρές κοπέλες που αρχικά υπηρετούσαν ως βοηθητικές στα στρατόπεδα του ΕΛΑΣ. Λίγο αργότερα, η μονάδα αυτή εκπαιδεύτηκε κατάλληλα στη χρήση των όπλων και στις αρχές του 1944 ανέλαβε δράση.

Ο τρόπος δράσης της συγκεκριμένης ομάδας ένοπλων γυναικών ήταν πλήρως εναρμονισμένος στον αντάρτικο τρόπο πολέμου: παρενοχλούσαν με αυτοσχέδιες βόμβες μολότωφ τις γερμανικές δυνάμεις με σκοπό να θεωρηθούν η κύρια επιθετική φάλαγγα, ενώ άλλοι αντάρτες χτυπούσαν στον αντικειμενικό στόχο της επίθεσης. 

Η ίδια η Σαρίκα αναλάμβανε καταδρομικές προσωπικά. Σε μια περίπτωση, στο χωριό Κάμπια, πέτυχε να βγάλει με δόλο τον ιερέα-πληροφοριοδότη των Γερμανών έξω από την εκκλησία, όπου και τον συνέλαβαν οι αντάρτες. Μετά από αυτό, οι κατακτητές οργισμένοι επιθυμούσαν την πάση θυσία σύλληψη της υπεύθυνης. Ο καταδότης που εστάλη, έχοντας λάβει πληροφορίες για μια Εβραία δασκάλα που δρούσε έξω από το χωριό Στενή, οδήγησε άθελά του στο να συλληφθεί λάθος άτομο: τη Μέντη Μόσκοβιτς, δασκάλα και εξαδέλφη της Σαρίκα. Η Μόσκοβιτς βασανίστηκε άγρια, ενώ το σπίτι που κρυβόταν καταστράφηκε. Για εκδίκηση, η Εβραία αντάρτισσα έμαθε την ταυτότητα του καταδότη και τον σκότωσε με το πιστόλι της.

Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Σαρίκα συνελήφθη ως κομμουνίστρια εν μέσω εμφυλιακού κλίματος, αλλά τελικά αφέθηκε ελεύθερη. Ο τοπικός ανακριτής φέρεται να τη συμβούλεψε να ζητήσει από τον ραβίνο της περιοχής να τη στείλει στην Αθήνα. Από την ελληνική πρωτεύουσα, η μαχήτρια του ΕΛΑΣ εγκατέλειψε την Ελλάδα καταφεύγοντας στο Ισραήλ. Πέθανε εκεί, στις 24 Οκτωβρίου 2018.


Ο Ελληνοαμερικάνος ανταποκριτής Κ. Πούλος, εντυπωσιασμένος από τη δράση της, ανέφερε:

Αθήνα, 23 Οκτωβρίου (ΟΝΑ-ραδιοφωνικώς). Η Σαρίκα γ., μία δεκαοχτάχρονη Ελληνοεβραία από τη Χαλκίδα, είναι λοχαγός μιας διμοιρίας Ελληνίδων ένστολων ανταρτισσών που βρίσκονται στο νησί της Εύβοιας. Φορώντας ένα ζευγάρι μπότες Βρετανού στρατιώτη και κασκέτο, καθώς και σακάκι και στολή ιππασίας φτιαγμένη από Αμερικανική κουβέρτα, οδηγεί τη διμοιρία της κάθε μέρα στις επιχειρήσεις που διατάζει το αντάρτικο σύνταγμα στο οποίο ανήκει.

Είναι μια κοντή, γεροδεμένη κοπέλα με σκούρα μαλλιά και γαλανά μάτια. Τρέχει σαν άντρας και μπορεί να κατεβάσει με το τουφέκι ένα καρύδι από ένα δέντρο σε απόσταση 200 γιαρδών. Δίνει οδηγίες βηματισμού στη διμοιρία της που κατεβαίνει το βουνίσιο μονοπάτι με τόνο ζωηρό και υπερήφανο· άλλοτε φωνάζοντας ένα σταθερό «Επ, Επ, Επ», κι άλλοτε κρατώντας το ρυθμό με το μπράτσο της.

Μόνο μετά την παράδοση των Ελλήνων στους Ιταλούς αναγκάστηκε να διαφύγει στα βουνά. Από εκεί, ντυμένη σαν χωρική, γυρνούσε πότε-πότε πίσω στην γερμανοκρατούμενη Χαλκίδα για να μαζέψει πληροφορίες για το αντάρτικο σύνταγμά της. Όταν αυτό έγινε πολύ επικίνδυνο, άρχισε να διδάσκει σε σχολεία στο βουνό. Κατόπιν πήγε να εργαστεί στα κεντρικά γραφεία της Αντίστασης. Και αργότερα, όταν οργανώθηκε λόχος ανταρτισσών, διάλεξαν αυτήν για λοχαγό τους.

Από ολόκληρη τη μεγάλη οικογένειά της, από όλες τις αδελφές και τους γαμπρούς και τους θείους, μόνο αυτή και η μητέρα της έχουν μείνει. «Αυτή είναι η πατρίδα μου», μου είπε η Σαρίκα. «Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Οι Έλληνες είναι ο λαός μου, ο αγώνας τους είναι αγώνας μου. Εδώ ανήκω». Η Σαρίκα είναι μία από έναν απίστευτο αριθμό Ελληνίδων που συμμετείχαν στην ατρόμητη Αντίσταση. Καμιά φορά δημιουργείται η εντύπωση ότι στα βουνά υπήρχαν πιο πολλές γυναίκες από άντρες.3


Παραπομπές

1Steven Bowman, Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα, εκδ. ΚΙΣΕ, Αθήνα 2012, σ. 74-75

2Steven Bowman, στο ίδιο, σ. 73-74

3Constantine Poulos, «Report on Greece», Taminent Library, New York University, Box I, File 39, σ. 21-23

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

Η μάχη και το μπλόκο της Κοκκινιάς

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.


Μεταξύ 4 και 8 Μαρτίου έλαβε χώρα η μάχη της Κοκκινιάς. Το Σάββατο 4 Μαρτίου 1944 χωροφύλακες και μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας επιτέθηκαν σε δυνάμεις του ΕΛΑΣ (1ο Τάγμα του 5ου Συντάγματος Πειραιά και Τάγμα Κοκκινιάς) που βρίσκονταν στην περιοχή. Ο ΕΛΑΣ αντιμετώπισε τις παραπάνω εχθρικές κινήσεις, ενώ ΕΑΜ κάλεσε τους κατοίκους σε επαγρύπνηση. Την επόμενη ημέρα, έπειτα από διαδήλωση των κατοίκων στην εκκλησία των Αγίου Νικολάου, οι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών επιστρέφουν, ωστόσο, μετά από ορισμένες πράξεις τρομοκράτησης αναγκάζονται να υποχωρήσουν εκ νέου. Στις 6 Μαρτίου, άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας ενισχύονται από 600 περίπου χωροφύλακες και επιχειρούν νέα αποτυχημένη επίθεση, ενώ την επόμενη μέρα στις επιχειρήσεις συμμετέχουν και Γερμανοί στρατιώτες. Τελικά, στις 8 Μαρτίου οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους υποχωρούν από την Κοκκινιά. Παίρνουν μαζί τους 300 αιχμάλωτους κατοίκους, τους οποίους οδηγούν στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, επιπλέον δε εκτελούν τον υπαστυνόμο Ν. Σαββαϊδη, τον δάσκαλό Γ. Βενέτο, τον Δ. Τσακανίκα και τον Τσακάρα. Από τους ομήρους, 37 εκτελούνται άμεσα και αρκετοί άλλοι θα ακολουθήσουν. 


Η Κοκκινιά όμως βίωσε χειρότερα γεγονότα το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Συγκεκριμένα, τα ξημερώματα της 17ης Αυγούστου 1944, Γερμανοί στρατιώτες και μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας περικύκλωσαν τη Νίκαια. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί διέταξαν τη συγκέντρωση όλου του ανδρικού πληθυσμού μεταξύ 14 κι 60 ετών στην πλατεία Οσίας Ξένης. Όσοι εντοπίζονταν στα σπίτια εκτελούνταν. Από τις χιλιάδες των συγκεντρωμένων, ντόπιοι δωσίλογοι που φορούσαν κουκούλες επέλεγαν όσους επρόκειτο να εκτελεστούν. Οι εκτελέσεις γίνονταν στη Μάντρα της Κοκκινιάς. Τελικό αποτέλεσμα ήταν η θανάτωση 350 περίπου ανθρώπων και ο εγκλισμός 8.000 ακόμη στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Μετά την απελευθέρωση -και με τον εμφύλιο πόλεμο σε πλήρη εξέλιξη- διεξήχθη δίκη για τους Έλληνες που συμμετείχαν ποικιλοτρόπως στα διάφορα μπλόκα της Κοκκινιάς. Όλοι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι, τον Μάρτιο του 1947.



Μαρτυρία του Παναγιώτη Στεφανίδη στο Χωνί της Κυριακής

Εκείνη την ημέρα, ήταν Πέμπτη και πολύ πρωΐ βγήκαν σε όλες τις γειτονιές οι ντουντούκες των Γερμανών με τους ταγματασφαλίτες και φώναζαν όλους του άντρες από 16 και άνω να συγκεντρωθούν στην Οσία Ξένη κάτω στην Κοκκινιά. Ο πατέρας μου μόλις ετοιμαζόταν να πάει στην δουλειά στις γενικές αποθήκες τις οποίες είχαν επιτάξει οι Γερμανοί, το σημερινό κατάστημα παιχνιδιών στο Πειραιά, κατηφόρισε από το σπίτι μας, προς την πλατεία που σήμερα λέγεται Κρήνης . Μετά τους πήγαν όλους μαζί προς το σημείο συγκέντρωσης στην Οσία Ξένη με τα χέρια ψηλά κατεβαίνοντας την οδό Μοργκεντάου.

Η ώρα περνούσε και η μητέρα μου ανήσυχη, αλλά σαν τολμηρή Πολίτισσα που ήταν, αποφάσισε να πάει να τον βρει, αν και οι Γερμανοί ήταν πολλοί σκληροί σε όσους πλησίαζαν. Τελικά κατάφερε να τον εντοπίσει μέσα σε όλο αυτό το χάος, γονατιστό με ψηλά το κεφάλι να περιμένει. Εκεί την ώρα ο γνωστός αργότερα δοσίλογος της Νίκαιας ο Μπατράνης, υπεδείκνυε με την κουκούλα στους Γερμανούς έναν-έναν και τους έπαιρναν προς εκτέλεση.

Την πλησίασε ένας καλοθελητής Χωροφύλακας λέγοντας της αυστηρά «Τι θέλεις εσύ εδώ;» και του απήντησε «Είναι ο άντρας μου εδώ, να κάθεται εκεί πέρα» και ο χωροφύλακας της είπε «Έχεις κάτι πολύτιμο σπίτι, λεφτά, λίρες, κοσμήματα; Φέρε τα και θα δω τι μπορώ να κάνω».

Έτρεξε μες την ζέστη του Αυγούστου πίσω στο σπίτι, να μάζεψε ότι μπορέσει. Στην πλατεία εν τω μεταξύ γινόταν η διαλογή και ο αρμόδιος Γερμανός πέρασε μπροστά από τον πατέρα μου και του είπε «Εσύ σπίτι» δεν κατάλαβε τι του είπε ο Γερμανός και ακολούθησε τη σειρά που ήταν για όσους πήγαιναν στα Στρατόπεδα Συγκέντρωσης Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, αλλά ο ίδιος ο Γερμανός τον είδε από τύχη ότι ήταν στη λάθος σειρά και του ξαναείπε «Εσύ σπίτι». Η μητέρα μου όμως ήταν καθ’ οδόν να βρει τον Χωροφύλακα με ότι είχε βρει, ένα δακτυλίδι, κάποια σκουλαρίκια, τα έβαλε σε ένα πουγκί και κατηφόρισε πάλι πίσω στην Οσία Ξένη.

Για καλή μας τύχη, την βρήκε στο δρομο ένας γείτονας ο κ. Γιάννης και της μήνυσε ότι ο πατέρας μου είχε γλιτώσει και για να μην ξαναπεράσει μπροστά από τους Γερμανούς πήγε προς την αδελφή της μάνας μου, που έμενε στην Ταρσού και έτσι τον βρήκε ταλαιπωρημένο, αλλά τουλάχιστον ζωντανό. Επιστρέφοντας σπίτι μας, μάθαμε ότι στα Αρμένικα είχαν βάλει φωτιά και εκεί μέσα είχαν σκοτώσει κι άλλους πατριώτες. Εκεί στην Μάντρα είχαν πάρει και δυο αδέλφια γείτονες μας τον Χρυσόστομο και Νικόλα Ντραβέρσα και τους εκτέλεσαν. Ο μεν Χρυσόστομος έπεσε επί τόπου νεκρός, ο δε Νικόλας έπεσε πίσω από τους άλλους νεκρούς και γλίτωσε. Όμως όταν πέρασε ξανά ο Γερμανός για την χαριστική βολή τον πυροβόλησε στο κεφάλι, αλλά η σφαίρα πέρασε το μάτι του και έζησε! Την νύχτα σηκώθηκε και γύρισε σπίτι του!

Κατεβαίνοντας σπίτι πέρασαν από μπροστά μας οι Ταγματασφαλίτες κοντά στο ύψος της πλατείας Κρήνης με αλυσοδεμένη την αγωνίστρια Διαμαντώ που μόλις είχαν συλλάβει στην Νεάπολη και την κατέβαζαν προς τη μάντρα χτυπημένη. Μετά το πέρας των εκτελέσεων έβαλαν στον τοίχο και τους προδότες μαζί με τον Μαντράνη και τους εκτέλεσαν και αυτούς. Μόλις πέρασαν τα 40 στο μνημόσυνο που έγινε των νεκρών στην Οσία Ξένη, οι Γερμανοί είχαν δώσει την άδεια να συγκεντρωθεί ο κόσμος. Εγώ μια φίλη μου στην ηλικία μου κατηφορίσαμε να πάμε για το μνημόσυνο. Αρχίζοντας το μνημόσυνο, οι Γερμανοί δεν τήρησαν τον λόγο τους και από τα Μανιάτικα έβαλαν κατά ρίπας προς το πλήθος μάλλον γιατί φοβήθηκαν μην μετατραπεί σε συλλαλητήριο. Τρέχοντας να ξεφύγουμε η φίλη μου τραυματίστηκε από σφαίρα και την πήγα αιμόφυρτη στο νοσοκομείο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μ. Χαραλαμπίδης, Η Εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2012.

Μ. Καραβιά, Παράπλευρες Απώλειες, Καπόν, Αθήνα 2016.

Π. Κατηφές, Το μπλόκο της Κοκκινιάς, Δήμος Νίκαιας, Αθήνα 2004.

Κ. Δ. Σβολόπουλος, Χαϊδάρι 8 Σεπτεμβρίου 1944, Πατάκη, Αθήνα 2002.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2020

Τεκμήρια ιστορίας: «Μη ξεχάσατε, σινιόρ Γκράτσι, να πήτε τουλάχιστον αυτά εις τον Ντούτσε»

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Αθήνα, 6 Νοεμβρίου 1940.

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη.

Ο πρέσβης της Ιταλίας, Εμανουέλε Γκράτσι, ετοιμάζεται να επιστρέψει στην πατρίδα του έπειτα από την απόδοση του γνωστού του τελεσιγράφου προς τον Μεταξά στις 28 Οκτωβρίου 1940.

Η εφημερίδα «Ακρόπολις», στην πρώτη σελίδα του φύλλου της με αριθμό 4.229, φιλοξενεί την κάτωθι ενδιαφέρουσα έκκληση.



Σάββατο 9 Μαΐου 2020

Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος: ο σπουδαίος Έλληνας επιτελικός αξιωματικός



Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.




Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε το 1883 στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν υποστράτηγος του Ελληνικού Στρατού και η μητέρα του καταγόταν από την οικογένεια Αβέρωφ. Ο νεαρός Αλέξανδρος υπήρξε αρκετά επιμελής μαθητής ώστε να εγγραφεί στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1901, προτίμησε όμως τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Έτσι, κατά τα έτη 1902-1906 φοίτησε σε βελγικές στρατιωτικές ακαδημίες, μετά δε την επιστροφή του στην Ελλάδα έλαβε τον βαθμό του Ανθυπιλάρχου. Οι ικανότητές του σύντομα αναγνωρίστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος τον όρισε υπασπιστή του στο Υπουργείο Στρατιωτικών για την περίοδο 1910-1912. 
 


Ο Παπάγος διακρίθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, ανδραγαθώντας ιδίως στην πολιορκία του Μπιζανίου. Εκεί γνώρισε τον διάδοχο Κωνσταντίνο και απέκτησε τη φήμη τολμηρού αξιωματικού. Όταν η χώρα πέρασε στη δύνη του Εθνικού Διχασμού, η σχέση του με τον Κωνσταντίνο υπήρξε η αιτία να εξοριστεί το 1917 σε διάφορα νησιά από τον Βενιζέλο. Μόνο μετά την επικράτηση των αντιβενιζελικών το 1920 κατέστη εφικτό να επανέλθει ο Παπάγος στο στράτευμα, λαμβάνοντας αναδρομικά τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Συμμετείχε άμεσα στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως επιτελάρχης της Ταξιαρχίας -κι έπειτα Μεραρχίας- Ιππικού, διακρινόμενος για άλλη μια φορά. Ακολούθως, βρέθηκε εκτός στρατεύματος για τρία ακόμη έτη (1923-1926), λόγω της ανάμιξής του στο Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη. Επιστρέφοντας στις Ένοπλες Δυνάμεις το 1926, ανέλαβε ανώτατες θέσεις όντας φιλοβασιλικός. Συγκεκριμένα, το χρημάτισε Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (1931-1933), Επιθεωρητής Ιππικού (1933-1935), διοικητής του Α΄ και Γ΄ Σώματος Στρατού (1935) και εν τέλει Υπουργός Στρατιωτικών (1935). 


Μετά την 1η Αυγούστου 1936, ο Μεταξάς τοποθέτησε τον Παπάγο στη θέση του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Η κίνηση αυτή υπήρξε αποτέλεσμα δύο παραγόντων: από τη μία πλευρά ο Παπάγος ήταν ένας από τους πλέον καταρτισμένους και ικανούς επιτελικούς αξιωματικούς της εποχής, ενώ από την άλλη ήλεγχε μέσω πελατειακών σχέσεων ένα μεγάλο μέρος του στρατεύματος. Έτσι, ο Μεταξάς εξασφάλιζε την υπακοή των Ενόπλων Δυνάμεων, έχοντας παράλληλα σε μία ευαίσθητη θέση έναν λαμπρό τακτικό νου. Η απόλυτα επιτυχημένη αρχιστρατηγία του Παπάγου κατά τον πόλεμο με την Ιταλία απέδειξε την ορθότητα της εν λόγω κίνησης. Ο αρχιστράτηγος μάλιστα αντιτέθηκε στη συνθηκολόγηση του Τσολάκογλου με τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 και επιχείρησε να αντισταθεί στους κατακτητές κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Για τον λόγο αυτό συνελήφθη το 1943, περνώντας τα επόμενα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έγκλειστος σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. 

 

Η δράση του Παπάγου συνεχίστηκε μεταπολεμικά. Στις αρχές του 1949 ανέλαβε εκ νέου την αρχηγία των Ενόπλων Δυνάμεων, πετυχαίνοντας να συντρίψει τον ΔΣΕ στις τελευταίες του βάσεις. Η συγκεκριμένη επιτυχία του είχε ως αποτέλεσμα να χριστεί στρατάρχης από τον βασιλιά Παύλο, μια τιμή που αποδόθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα αξιωματικό. Την επόμενη διετία, ο Παπάγος ανέλαβε ανώτατες θέσεις εντός του στρατεύματος, προετοιμαζόμενος να κατέλθει στον πολιτικό στίβο. Η απόφαση αυτή τον έφερε αντιμέτωπο με τους Αμερικανούς συμβούλους των ανακτόρων, αλλά και τον ίδιο τον βασιλιά. Με τον Παπάγο να αποτρέπει τη διενέργεια κινήματος από τους υποστηρικτές του και τον Παύλο να διατάζει τον Αρχηγό του ΓΕΣ, Θρασύβουλο Τσακαλώτο, να συλλάβει τον άνθρωπο που είχε προηγουμένως ονομάσει στρατάρχη, ο σπουδαίος αξιωματικός ανακοίνωσε τελικά το καλοκαίρι του 1951 την υποψηφιότητά του για τις προσεχείς εκλογές. Για να συμβεί αυτό, προηγήθηκαν δύο σημαντικές κινήσεις: ο Τσακαλώτος αγνόησε τη διαταγή του ανώτατου πολιτειακού άρχοντα και σπουδαίοι πολιτικοί όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης τέθηκαν στο πλευρό του Παπάγου. Με αυτά τα δεδομένα, έπειτα από ένα έτος στην αντιπολίτευση, ο στρατάρχης αναδείχθηκε νικητής των εκλογών του 1952, παραμένοντας πρωθυπουργός έως τον μυστηριώδη θάνατό του, στις 4 Οκτωβρίου 1955. Η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, την επιδείνωση των σχέσεων με τη Βρετανία λόγω του Κυπριακού Ζητήματος και την τεταμένη σχέση της κυβέρνησης με το παλάτι και την Αριστερά. Ήδη από τη δεκατία του 1940, ο διεθνής Τύπος τον συνέκρινε με τον σπουδαίο Γάλλο στρατηγό Σαρλ Ντε Γκωλ.


Βιβλιογραφία
Αλέξανδρος Παπάγος, Ο πόλεμος τής Ελλάδος 1940-1941, Ίδρυμα Γουλανδρή – Χόρν, Αθήνα 1995
Γεώργιος Λεονταρίτης, Ο Παπάγος, το στέμμα, και οι Άγγλοι, Προσκήνιο, Αθήνα 2003
Νικόλαος Δεπάστας, Αλέξανδρος Παπάγος, 1883-1955: Ο στρατιώτης, ο πολιτικός, ο άνθρωπος, Γενικό Επιτελείο Στρατού, Αθήνα 1980
 



Πέμπτη 23 Απριλίου 2020

Χόρστ Τρέμπες: βίος και πολιτεία του σφαγέα του Κοντομαρίου





Σε προηγούμενο άρθρο πραγματευτήκαμε τη σφαγή στο χωριό Κοντομαρί, ένα ειδεχθές έγκλημα κατόπιν εντολής της γερμανικής στρατιωτικής ηγεσίας, το οποίο εκτέλεσαν πρόθυμα οι άνδρες του 3ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών. Ποιος όμως υπήρξε ο διοικητής του τελευταίου;

Ο Χορστ Τρέμπες γεννήθηκε στην Κολωνία στις 22 Οκτωβρίου 1916 και εντάχθηκε στη Wehrmacht σε ηλικία 20 ετών. Το 1938, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, κατετάγη εθελοντικά στο νεοσύστατο σώμα Αλεξιπτωτιστών. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, συμμετείχε στις επιχειρήσεις εναντίον της Πολωνίας και της Ολλανδίας, κερδίζοντας τον Σιδηρούν Σταυρό Β΄ κι έπειτα Α΄ Τάξης. 


 Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στη μάχη της Κρήτης. 

Στην Κρήτη, η μονάδα του Τρέμπες προσγειώθηκε αρχικά κοντά στη γέφυρα του ποταμού Ταυρωνίτη, την οποία όφειλε να καταλάβει στα πλαίσια των ευρύτερων σχεδιασμών για την κυριαρχία επί του αεροδρομίου του Μάλεμε. Αμέσως μετά την προσεδάφισή τους, οι Γερμανοί υπέστησαν σοβαρές απώλειες χάρις την αντίσταση των στρατιωτών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και άτακτων Κρητών μαχητών. Ο Τρέμπες υπήρξε ένας από τους λίγους άνδρες του 3ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών που κατάφεραν να επιβιώσουν, διακρίθηκε δε για το πολεμικό του μένος. Στις 2 Ιουνίου 1941, ο Γερμανός αξιωματικός οδήγησε τους άνδρες του στο Κοντομαρί, όπου έλαβε χώρα η ομώνυμη εκτέλεση. Για τα "κατορθώματά" του στο νησί όχι μόνο δεν υπέστη κάποια τιμωρία, αλλά επιβραβεύθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών.

Ο βίαιος κι εκδικητικός χαρακτήρας του Τρέμπες καταδεικνύεται μεταξύ άλλων από τη δολοφονία του Καρλ Πόλζιν. Ο τελευταίος ήταν ένας αλεξιπτωτιστής που διακρίθηκε στην κατάληψη του βελγικού οχυρού Εμπέν Εμαέλ. Κατά τη διάρκεια νυχτερινών εορτασμών στο Χάλπερσταντ της Γερμανίας, ειρωνεύτηκε τον Τρέμπες για τις “ανδραγαθίες” του στην Κρήτη. Ο σφαγέας του Κοντομαρίου δεν αντέδρασε εκείνη τη στιγμή, παρά περίμενε τη νύχτα, οπότε όλοι οι αλεξιπτωτιστές κοιμήθηκαν έχοντας καταναλώσει τεράστιες ποσότητες αλκοόλ. Τότε, πυροβόλησε με το πιστόλι του τον Πόλζιν, σκοτώνοντάς τον. Η πράξη του θα είχε ως αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε θάνατο, κάτι τέτοιο όμως αποσοβήθηκε καθώς η μητριά του διέθετε ισχυρούς δεσμούς με τον Γκαίρινγκ. Τελικά, η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν η αφαίρεση όλων των πρότερων ηθικών αμοιβών του, καθώς επίσης η απόταξή του.


 Εικόνα από τη σφαγή στο Κοντομαρί.


Το παραπάνω γεγονός επιβάρυνε περαιτέρω την εξαρχής διαταραγμένη ψυχικά υγεία του Τρέμπες, ο οποίος ήταν αλκοολικός ήδη κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης. Για να ανακτήσει τη θέση του ζήτησε να επανέλθει στο στράτευμα ως απλός στρατιώτης και εστάλη στη Βόρειο Αφρική. Εκεί, πολεμώντας με γενναιότητα αλλά εκδηλώνοντας παράλληλα συνεχείς κρίσεις κατάθλιψης, ανέκτησε τον πρότερο βαθμό του. Έπειτα, εστάλη στη Σοβιετική Ένωση και εν τέλει -την άνοιξη του 1944- στη Νορμανδία. Σκοτώθηκε κοντά στο Καρεντάν στις 29 Ιουλίου 1944, φέροντας τον βαθμό του λοχαγού.


Βιβλιογραφία
Η Μάχη της Κρήτης, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα 1961
Α. Μπήβορ, Κρήτη: Η Μάχη και η Αντίσταση, Γκοβόστη, Αθήνα 2004
Β. Μαθιόπουλος, Εικόνες Κατοχής, Μετόπη, Αθήνα 1980
Μ. Πέπονας, Η Μάχη της Κρήτης (1941): Η περίπτωση του Μάλεμε και των Νεοζηλανδών υπερασπιστών του, διπλωματική εργασία, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2019
Λήμμα “ Fallschirmjäger Oberleutnant Horst Trebes”, στο: ιστότοπος fallschirmjager.net (http://www.fallschirmjager.net/men/Trebes/trebes.html). Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2020

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Κοντομαρί: ένα ατιμώρητο έγκλημα των Γερμανών στην Κρήτη


Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Το Κοντομαρί είναι ένα χωριό που βρίσκεται σε απόσταση μόλις 3 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά του αεροδρομίου του Μάλεμε. Σε παραπλήσιο σημείο επιχείρησαν να προσγειωθούν κατά τη μάχη της Κρήτης, οι αλεξιπτωτιστές του 3ου Τάγματος της 1ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών. Οι απώλειες (πάνω από 400 άνδρες, μεταξύ των οποίων ο διοικητής του τάγματος, ταγματάρχης Όττο Σέρμπερ) που τους προξένησαν Νεοζηλανδοί στρατιώτες και άτακτοι Κρητικοί, ήταν η αφορμή για τη διεξαγωγή σκληρών αντιποίνων κατά του χωριού.



Στο Κοντομαρί έφθασε στις 2 Ιουνίου 1941 ο 25χρονος υπολοχαγός Χορστ Τρέμπες με τους εναπομείναντες άνδρες του 3ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών. Κοντά στο χωριό, όπως ήταν φυσικό λόγω των μαχών που είχαν δοθεί, βρέθηκαν πτώματα Γερμανών στρατιωτών, καθώς και ένα γερμανικό σακάκι με αίματα. Ο Τρέμπες συγκέντρωσε τους κατοίκους και διαχώρισε τους άρρενες από τα γυναικόπαιδα. Στη συνέχεια οδήγησε τους άνδρες σε έναν ελαιώνα εκτός του οικισμού. Υπηρετώντας ως πολεμικός ανταποκριτής, ο Φραντς-Πέτερ Βάιξλερ αποτύπωσε τα γεγονότα με τον φωτογραφικό του φακό. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της Δίκης της Νυρεμβέργης, ανέφερε:

Ικέτεψα τον ταγματάρχη Strenzler να μη στείλει το τιμωρητικό απόσπασμα και όταν εκείνος μου διευκρίνισε ότι δεν είναι δική μου δουλειά, πήγα να δω τον υπολοχαγό Trebes, ο οποίος εκείνη την ώρα έβγαζε λόγο σε μια ομάδα 30 περίπου αντρών. εξηγώντας τους «πόσο σημαντικό ήταν να εκτελεστεί η πράξη όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ως αντίποινα για τους συντρόφους μας που είχαν δολοφονηθεί».

Η τιμωρητική αποστολή αποτελείτο από τον υπολοχαγό Trebes, έναν άλλον υπολοχαγό, έναν διερμηνέα, δύο λοχίες και περίπου 25 αλεξιπτωτιστές του 2ου Τάγματος. Ως φωτογράφος της Μεραρχίας μου, μου επιτράπηκε να συνοδεύσω αυτή την αποστολή. Κοντά στο χωριό Μάλεμε, σταματήσαμε και ο Trebes μας έδειξε αρκετά πτώματα στρατιωτών, προφανώς σε στάδιο αποσύνθεσης. Υποκινούσε το μίσος των αντρών εναντίον του πληθυσμού. Συνεχίσαμε την πορεία μας για το χωριό Κοντομαρί. Οι άντρες βγήκαν από τ’ αυτοκίνητα και όρμησαν στα σπίτια της μικρής κοινότητας. 

Το αποτέλεσμα ήταν η εκτέλεση 23 αμάχων, στα πλαίσια μίας από τις πλέον ειδεχθείς πράξεις των Γερμανών στην Κρήτη. Ο κύριος υπεύθυνος, Τρέμπες, σκοτώθηκε στη Γαλλία το 1944, οι ζώντες ανώτεροί του όμως δεν τιμωρήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου. Ακόμη και οι φωτογραφίες του Βάιξλερ ανακαλύφθηκαν από τον Βάσο Μαθιόπουλο μόλις το 1980. Αξίζει να σημειωθεί πως έως την απελευθέρωση του νησιού το 1945, ο λαός της Κρήτης αντιστάθηκε στον κατακτητή πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος.

Πηγές

Δ. Κούκουνας, Η Μάχη της Κρήτης, Μετρόν, Αθήνα 2007.
Α. Μπήβορ, Κρήτη: Η Μάχη και η Αντίσταση, Γκοβόστη, Αθήνα 2004.
Β. Μαθιόπουλος, Εικόνες Κατοχής, Μετόπη, Αθήνα 1980.
Η Μάχη της Κρήτης, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήνα 1961

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Το «Αβέρωφ» πλέει προς τα Δωδεκάνησα (Μάιος 1945): το προοίμιο της ένωσης

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.




Η ένωση των Δωδεκανήσων με το ελληνικό κράτος έλαβε χώρα υπό ιδιαίτερα περίπλοκες συνθήκες, επιτεύχθηκε δε μόνο μετά την κατάρρευση του ιταλικού φασιστικού καθεστώτος και τη νίκη των Συμμάχων στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, η ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσε διακαώς την ενσωμάτωση των εν λόγω νησιών του Αιγαίου και αποφάσισε να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο με στόχο την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού. Έτσι, το θωρακισμένο καταδρομικό «Αβέρωφ», ένα ζωντανό μνημείο της ναυτικής ιστορίας, εστάλη στη Ρόδο το 1945, για να υπογραμμίσει τα δικαιώματα του ελληνικού κράτους στην περιοχή. Στο πλοίο επέβαινε ο Αντιβασιλεύς-Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, συνοδευόμενος από δημοσιογράφους και εκπροσώπους των Ενόπλων Δυνάμεων.

 Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός λειτουργούσε εκείνη την εποχή ως σημαντικός πολιτικός παράγοντας.


Σε αυτό το πλαίσιο, η δημοφιλής εφημερίδα «Εμπρός» κατέγραφε σχετικά σε πρωτοσέλιδό της:
«Από την εποχή του Αλβανικού έπους του που συνέγραψεν η ελληνική λόγχη και επροβάλλετο και υψούτο η Ελλάς εις παγκόσμιον θαυμασμόν και προσκήνυμα' από την εποχήν των ενδόξων απελευθερωτικών μας πολέμων και των ενδόξων συνθηκών με τας οποίας επεσφραγίζετο η εθνική μας ολοκλώρωσις, είχεν η ελληνική ψυχή να δοκιμάση τον κραδασμόν της συγκινήσεως που δοκιμάζει από προχθές. Τί σημαίνει εάν καμμία διεθνής συνθήκη δεν επεκύρωσε τα Δωδεκάνησα εις τη μητέρα Ελλάδα; Τα Δωδεκάνησα είνε ελεύθερα και είναι τμήμα αναπόσπαστον της Ελλάδος, είναι επαρχία ελληνική. Αυτήν την έννοιαν, αυτήν την σημασίαν, αυτήν την ερμηνείαν, έχει η μετάβασις του Αρχηγού του Κράτους. (...) καθ΄ην στιγμήν ο Έλλην Αντιβασιλεύς, επιβαίνων του «Αβέρωφ», που αποτελεί τον ωραιότερον θρύλον του ελληνικού ναυτικού και όπου περιίπταται η ψυχή του Νικητού-Ναυάρχου, θα διασχίζη το γαλανόν Αιγαίον, αι ψυχαί οκτώ εκατομμυρίων Ελλήνων συνοδεύουν την ιεράν πομπήν. Και όταν το σχήμα του ιερού σκάφους θα διαγραφή εις τον ορίζοντα των Δωδεκανήσων και αι καρδιαί θα κτυπούν, και τα μάτια θα βουρκώνουν και τα χείλη θα τρέμουν από συγκίνησιν, ας βεβαιωθούν οι Δωδεκανήσιοι ότι ο Ελληνισμός είναι μαζί τους και τους στέλλει νοερώς τον θερμότερον αδελφικόν ασπασμόν»
(«Εμπρός», 13 Μαΐου 1945, σ. 1)



Όπως εξαρχής διαφαίνεται, η πλεύση του «Αβέρωφ» προς την Ρόδο έλαβε σημαντικότατες συμβολικές διαστάσεις. Εξάλλου επρόκειτο ίσως για το πλέον ιστορικό πλοίο του Βασιλικού Ναυτικού, μια ζωντανή υπενθύμιση της ελληνικής θαλάσσιας ισχύος. Αυτό κυβερνούσε ο περίφημος «Νικητής-Ναύαρχος» -δηλαδή ο Παύλος Κουντουριώτης- όταν καταναυμαχούσε τον τουρκικό στόλο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και αυτό διέθετε ένα βάρος φήμης κατά πολύ ανώτερο του εκτοπίσματός του. 


 Βολές από το «Αβέρωφ». Η αποστολή του στη Ρόδο διέθετε σπουδαίες συμβολικές διαστάσεις.
 
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, οι ελληνικές Αρχές δεν παρέλειψαν να τιμήσουν του πεσόντες του Βασιλικού Ναυτικού. Πράγματι, τηλεγράφημα απεσταλμένου της εφημερίδας την επόμενη ημέρα ανέφερε:
«Ενώ έδυεν ο Ήλιος την 7ην εσπερινήν της χθες και ο «Αβέρωφ» με τα δύο συνοδεύοντα αυτόν αντιτορπιλλικά εισέπλεον εις τα ύδατα της Δωδεκανήσου, εγένετο συγκινητική τελετή εις μνήμην των πεσόντων εις τα ύδατα της Δωδεκανήσου υπέρ Πατρίδος. Ετελέσθη τρισάγιον υπό του ιερέως του «Αβέρωφ», ενώ τα πολεμικά έπλεον βραδέως. Υπό πένθιμον εμβατήριον η Α. Μ. Ο Αντιβασιλεύς επροχώρησεν εις την κλίμακα του σκάφους και ενώ ο δύων Ήλιος εχρύσιζε τα ύδατα του Αιγαίου, έρριψεν εις την θάλασσαν στέφανον επί της ταινίας του οποίου ανεγράφετο η φράσις: «Εις μνήμην των πεσόντων εις τα ύδατα της Δωδεκανήσου υπέρ Πατρίδος”»
(«Εμπρός», 16 Μαΐου 1945, σ. 1).




Τέλος, με την ίδια ανταπόκριση μεταδίδεται το θετικό κλίμα που επικρατούσε στη Ρόδο. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, επιτροπή που συνόδευε τον Αντιβασιλέα διαβεβαίωσε τον βασιλιά Γεώργιο Β’ για την αφοσίωση του τοπικού πληθυσμού προς το ελληνικό κράτος και την ελπίδα του για «ταχείαν ολοκλήρωσιν των εθνικών δικαίων». Όπως βέβαια αποδείχθηκε, η πολυπόθητη για τους κατοίκους ένωση με την Ελλάδα επρόκειτο να λάβει επίσημα χώρα ένα και πλέον έτος μετά.
Συγκεκριμένα, από τις 29 Ιουλίου έως τις 11 Οκτωβρίου 1946 πραγματοποιήθηκε η Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού. Στη γαλλική πρωτεύουσα η πλειοψηφία των ελληνικών διεκδικήσεων (Βόρεια Ήπειρος, ελληνοβουλγαρικά σύνορα, Κύπρος) δεν αντιμετωπίστηκε θετικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Αντίθετα, ευνοϊκότερες υπήρξαν οι συνθήκες για το ζήτημα των Δωδεκανήσων, λόγω τόσο της μεταπολεμικής κατάστασης της Ιταλίας όσο και των γενικότερων γεωπολιτικών συσχετισμών. Έτσι, στην ίδια πόλη στις 10 Φεβρουαρίου 1947, η Ιταλία αναγκάστηκε να παραχωρήσει τα εν λόγω νησιά στην Ελλάδα, καθώς επίσης να αποζημιώσει την τελευταία με το ποσό των 105 εκατομμυρίων δολαρίων. Η επίσημη τελετή ενσωμάτωσης της περιοχής στο ελληνικό κράτος σημειώθηκε τον Μάρτιο του 1947, με τον αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη να ορίζεται ως ο πρώτος Διοικητής Δωδεκανήσων. Δύο περίπου έτη νωρίτερα, το «Αβέρωφ» είχε προσημάνει τις επερχόμενες εξελίξεις, διενεργώντας ένα ταξίδι με σπουδαίες συμβολικές νοηματοδοτήσεις.



ΠΗΓΕΣ
Εφημερίδα «Εμπρός», 15 και 16 Μαΐου 1945
Γέροντας, Παναγιώτης, Μεθ' Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, Αθήνα 2016
Φακάλου, Αικατερίνη. Τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού 1828-2000, ΥΙΝ (ηλεκτρονική περιληπτική έκδοση)
Paizis-Paradellis, C. Hellenic Warships 1829-2001, The Society for the study of Greek History, Αθήνα 2002
“Θ/Κ ΑΒΕΡΩΦ-100 Χρόνια”, στο: Ναυτική Επιθεώρηση, τόμος 171, τεύχος 576, Μάρτιος-Απρίλιος Μάιος 2011






Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019

Πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ: Ο “πατέρας” του Σώματος Αλεξιπτωτιστών



Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Ο Κουρτ Στούντεντ (Kurt Arthur Benno Student) γεννήθηκε στο Μπίρκχολντζ το 1890 και κατετάγη στον Πρωσικό Στρατό το 1910. Συμμετείχε ως πιλότος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκτελώντας παρακινδυνευμένες αποστολές στο Δυτικό Μέτωπο. Στην εν λόγω σύρραξη σημείωσε έξι καταρρίψεις, τραυματίστηκε δε σοβαρά το 1917.

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ο Γερμανός αξιωματικός γοητεύτηκε από τη στρατιωτική χρήση των αλεξιπτώτων παρακολουθώντας σχετικές επιδείξεις στη Σοβιετική Ένωση. Έχοντας την εύνοια του Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο Στούντεντ ανέλαβε το καλοκαίρι του 1938 τη διοίκηση της 7ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας, της πρώτης δηλαδή γερμανικής δύναμης αλεξιπτωτιστών.

Οι άνδρες του Στούντεντ χρησιμοποιήθηκαν αρχικά σε μικρές καταδρομικές επιχειρήσεις στη Σκανδιναβική Χερσόνησο την άνοιξη του 1940. Έπειτα, έλαβαν δράση τον Μάιο του ίδιου έτους στο Βέλγιο και την Ολλανδία, καταλαμβάνοντας κόμβους στρατηγικής σημασίας. Στο Ρότερνταμ ο Στούντεντ τραυματίστηκε σοβαρά, παρασημοφορήθηκε δε για την κατάληψη του βελγικού οχυρού Εμπέν Εμαέλ από τους άνδρες του.

 Η εκτέλεση αμάχων στο χωριό Κοντομαρί της Κρήτης αποτελεί ένα από τα κύρια εγκλήματα πολέμου στα οποία ενεπλάκη ο Στούντεντ.

Η σημαντικότερη αποστολή για τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές έλαβε χώρα τον Μάιο του 1941. Επρόκειτο για την προσπάθεια κατάληψης της Κρήτης, την πρώτη ευρείας έκτασης αεραποβατική επιχείρηση στην παγκόσμια ιστορία. Παρά την επιτυχία τους, οι άνδρες του Στούντεντ υπέστησαν σοβαρές απώλειες από τους τακτικούς ή άτακτους αντιπάλους τους. Ο ίδιος ο πτέραρχος υπέγραψε τη διαταγή εκτέλεσης σκληρών αντιποίνων εναντίον του αμάχου πληθυσμού, όπως αυτά που διενεργήθηκαν στο Κοντομαρί και στην Κάνδανο. Οι παραπάνω ενέργειες αντέβαιναν πλήρως το πολεμικό δίκαιο.

Μετά τη μάχη της Κρήτης, οι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές χρησιμοποιήθηκαν ως επίλεκτο πεζικό, πολεμώντας στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ολλανδία. Ο Στούντεντ συνελήφθη από τους Βρετανούς στο Σχλέσβιγκ-Χολστάιν τον Απρίλιο του 1945. Δύο χρόνια αργότερα παραπέμφθηκε σε δίκη ως εγκληματίας πολέμου, παρά όμως την καταδίκη του απελευθερώθηκε το 1948. Απεβίωσε το 1978 στο χωριό Λέμγκο.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Η ίδρυση του ΕΑΜ (1941)

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Ελάχιστες συναντήσεις άλλαξαν τον ρου της ελληνικής ιστορίας δραματικότερα από αυτή που έλαβε χώρα στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 σε μια μικρή οικία της οδού Μαυρομιχάλη. Εκεί βρέθηκαν τέσσερις άνδρες, εκπρόσωποι κομμάτων της αριστεράς και του κέντρου, έτοιμοι να αγωνιστούν μέχρις εσχάτων για την απελευθέρωση της πατρίδας τους από τον ναζιστικό ζυγό.

Επρόκειτο για τον Λευτέρη Αποστόλου του ΚΚΕ, τον Απόστολο Βογιατζή του Αγροτικού Κόμματος, τον Χρήστο Χωμενίδη του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας και τον Ηλία Τσιριμώκο της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας. Ήταν άτομα με διαφορετικές καταβολές και διαφορετική πορεία. Ο Αποστόλου είχε βιώσει αρκετές εξορίες από τις αντικομμουνιστικές κυβερνήσεις του Μεσοπολέμου, πολέμησε στα Δεκεμβριανά κι έπειτα συγκρούστηκε με τη μετεμφυλιακή ηγεσία του ΚΚΕ. Ο Χωμενίδης απαγχονίστηκε στις 9 Μαΐου 1944 από τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο Τσιριμώκος πρωτοστάτησε στην περίφημη “κυβέρνηση των Αποστατών” και διατέλεσε πρωθυπουργός για λίγες ημέρες το 1965. Ο Βογιατζής υπήρξε υπουργός Εργασίας στη Χούντα των Συνταγματαρχών από το 1968 έως το 1971.

Παρά όμως τις όποιες μετέπειτα πράξεις τους, οι παραπάνω πολιτικοί δημιούργησαν ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ελληνικής ιστορίας: την ιδρυτική διακήρυξη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Το εν λόγω κείμενο περιελάμβανε μόλις τέσσερα σημεία, στα οποία κυριαρχούσε το ενωτικό πνεύμα με σκοπό την αντιμετώπιση των κατακτητών. Έτσι, παρότι τα περισσότερα μέλη του ΕΑΜ προέρχονταν αρχικά από το ΚΚΕ, η ισότιμη θέση των υπόλοιπων ομάδων ή ατόμων κατοχυρωνόταν πλήρως.

Η διακήρυξη ήταν η εξής: 

1. Από τους αντιπροσώπους των κάτωθι υπογραφομένων κομμάτων ιδρύεται το Εθνικόν Απελευθερωτικόν Μέτωπο της Ελλάδας (ΕΑΜ).
Εις το ΕΑΜ γίνεται ισοτίμως δεκτόν και παν άλλο κόμμα ή οργάνωσις που δέχεται τας αρχάς του παρόντος Ιδρυτικού ώς και να εργασθή δια την επιτυχίαν των σκοπών του ΕΑΜ.
Προκειμένου να γίνει δεκτή εις το ΕΑΜ οιαδήποτε οργάνωσις, δεν εξετάζεται το παρελθόν ή αι αντιλήψεις των σχετικώς με την μελλοντικήν ανασυγκρότησιν της ελευθέρας και ανεξαρτήτου Ελλάδος, αλλά η πίστις των εις την ανάγκην του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνος, η τιμιότης των απέναντι αυτού και η αποδοχή των αρχών του ΕΑΜ που περιλαμβάνονται εις το παρόν Ιδρυτικόν.
2. Σκοπός του Εθνικού Μετώπου είναι:
α) Η απελευθέρωσις του Έθνους μας από τον σημερινόν ξένον ζυγόν και η απόκτησις της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας μας.
β) Ο σχηματισμός προσωρινής κυβερνήσεως του ΕΑΜ αμέσως μετά την εκδίωξιν των ξένων κατακτητών, μοναδικός σκοπός της οποίας θα είναι η προκήρυξις εκλογών δια συντακτικήν εθνοσυνέλευσιν, με βάσιν την αναλογικήν ίνα ο λαός αποφανθή κυριαρχικώς επί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του.
γ) Η κατοχύρωσις του κυριαρχικού τούτου δικαιώματος του Ελληνικού Λαού, όπως αποφανθή περί του τρόπου της διακυβερνήσεώς του, από πάσαν αντιδραστικήν απόπειραν, ήτις θα τείνη να επιβάλη εις τον λαόν λύσεις αντιθέτους προς τας επιθυμίας του και η εκμηδένισις δι’ όλων των μέσων του ΕΑΜ και των οργάνων που το αποτελούν, πάσης τοιαύτης αποπείρας.
3. Δια την πραγματοποίησιν των ως άνω σκοπών του το ΕΑΜ θα ασχοληθεί:
α) Με όλα τα ζητήματα που απασχολούν καθημερινώς τον Ελληνικόν Λαόν υπό τας συνθήκας της ξενικής κατοχής και με την καθοδήγησιν του αγώνος του Ελληνικού Λαού εις την διεκδίκησιν των πάσης φύσεως αιτημάτων του, καθώς και την αντιμετώπισιν της εις βάρος του ασκούμενης ληστείας από τους ξένους κατακτητάς.
β) Με την διατήρησιν ακμαίου του απελευθερωτικού πνεύματος του Ελληνικού Λαού.
γ) Με την συνεχή αποκάλυψην του ρόλου της σημερινής κυβερνήσεως των προδοτών ή κάθε άλλης αντιστοίχου εις το μέλλον.
δ) Με την εξασφάλισιν κατά το δυνατόν μιας συνεργασίας με τους άλλους λαούς, οι οποίοι αγωνίζονται κατά των δυνάμεων του Άξονος και του συντονισμού του αγώνος του Ελληνικού Λαού με τον αγώνα των άλλων ως άνω Λαών.
ε) Με την οργάνωσιν των λαϊκών δυνάμεων επί τη βάσει του εσωτερικού οργανισμού-κανονισμού, ο οποίος αποτελεί παράρτημα του παρόντος ιδρυτικού.
στ) Με την ενέργειαν εράνων, είσπραξιν συνδρομών κλπ. από τους Έλληνας πατριώτας προς τον σκοπόν να εξασφαλίση τα αναγκαία δια την διεξαγωγήν του θνικοαπελευθερωτικού αγώνος μέσα.
4. Τα υπογράφοντα το παρόν ιδρυτικόν κόμματα ή τα προσχωρούντα εις αυτό, αναλαμβάνουν να υποστηρίξουν δι’ όλων των δυνάμεων τον αγώνα του ΕΑΜ και την πραγματοποίησιν των σκοπών του.

Μέχρι τη διάλυσή του το 1946, στο ΕΑΜ εντάχθηκαν περίπου 1.000.000 άτομα. Το στρατιωτικό του σκέλος, ο Εθνικός Απελευθερωτικός Λαϊκός Στρατός, πολέμησε σκληρά τις κατοχικές δυνάμεις, απελευθερώνοντας ένα μεγάλος τμήμα της ελληνικής ορεινής ενδοχώρας πριν ακόμη την έλευση των Συμμάχων. Μετά τα Δεκεμβριανά αρκετά στελέχη του διώχθηκαν για τις ιδέες τους και η αντιναζιστική τους δράση αναγνωρίστηκε επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση μόλις το 1981.


Πηγές
Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα: Η Ελλάδα της κατοχής και της αντίστασης, 1941-1944, Παπαζήσης, Αθήνα 1988, δύο τόμοι
Συλλογικό, ΕΑΜ: 70 χρόνια, Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2011
Γιάννης Σκαλιδάκης, Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στα χρόνια της Κατοχής (1943-1944), Ασίνη, Αθήνα 2014
Lars Baerentzen, «Η λαϊκή υποστήριξη του ΕΑΜ στο τέλος της Κατοχής», Μνήμων, 9 (1984), σ.157-173


Μ.Π.

Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα συνοπτικά

 Γράφει ο Δρ. Μανώλης Πέπονας Οι πρώτες συστηματικές αναφορές σε μια «Βόρειο Ήπειρο» παρατηρούνται στα διπλωματικά έγγραφα του 1912, προκειμ...