Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2019

Πέντε εισαγωγικά βιβλία για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία

Ο Νόαμ Τσόμσκυ θεωρούσε πως "υπάρχει ένας καλός λόγος που κανένας δεν μελετά ιστορία. Σου μαθαίνει πάρα πολλά". Υπερβαίνοντας αυτή την άποψη, αρκετοί άνθρωποι -επαγγελματίες ή μη- σπεύδουν να αναζητήσουν την Κλειώ, προς ιδίαν τέρψιν ή ικανοποίηση μιας εσωτερικής ανάγκης τους. Δυστυχώς, η παραπληροφόρηση μέσω του διαδικτύου και η παράλληλη κυκλοφορία μιας σωρείας ανάξιων έντυπων αναγνωσμάτων, έχουν πολλές φορές αρνητικά αποτελέσματα. 
Με βαθειά πίστη στη μαγεία που κρύβει μια βιβλιοθήκη, παρατίθενται πέντε εξαιρετικά εισαγωγικά βιβλία για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, τα οποία παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες καταγεγραμμένες συχνά με τον πλέον γλαφυρό τρόπο. 


1) Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1999, 399 σελίδες



Ένας από τους πλέον επιφανείς Έλληνες ιστορικούς, ο Νίκος Σβορώνος, επιχειρεί σε αδρές γραμμές την επαναδιαπραγμάτευση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

2) Θάνος Βερέμης, Γιάννης Κολιόπουλος, Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006, 653 σελίδες



Ένα από τα πλέον πλήρη και συνάμα καλογραμμένα βιβλία για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Από το 1821 έως σήμερα, οι δύο συγγραφείς αναλύουν αιρετικά μα αξιόπιστα το ελληνικό γίγνεσθαι.



3) Γεώργιος Δερτιλής, Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1750-2015, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2018, 976 σελίδες


Υπογεγραμμένο από έναν ακόμη διαπρεπή επιστήμονα, το εν λόγω έργο ρίχνει φως σε μια σωρεία θεμάτων οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού ενδιαφέροντος.


4) Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ελληνική εξωτερική πολιτική 1830-1981, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2014, 348 σελίδες

Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας αποτέλεσε το κύριο ερευνητικό αντικείμενο του σπουδαίου ιστορικού Σβολόπουλου, ο οποίος έφυγε φέτος από τη ζωή. Στο συγκεκριμένο βιβλίο ο συγγραφέας προβαίνει σε μια επισκόπηση 151 ετών, αναλύοντας με τη σύνεση που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε ένα σύνολο σύνθετων ζητημάτων.

5) Αντώνης Λιάκος, Ο ελληνικός 20ός αιώνας, Πόλις, Αθήνα 2019, 752 σελίδες



Το πλέον πρόσφατο έργο για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία έχει ως συγγραφέα τον Αντώνη Λιάκο, έναν επιστήμονα με σπουδαία ευρύτητα σκέψης και ενδιαφερόντων. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι κατάλληλο για αναγνώστες που αναζητούν έναν πλήρη οδηγό στις ιστοριογραφικές τους περιπλανήσεις.

 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2019

Όταν ο Αναγνωστάκης έγραψε τον ομορφότερο όρκο του ιστορικού

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



Ο Μανώλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε το 1925 στη Θεσσαλονίκη, όντας γόνος δημοκρατικής οικογένειας καταγόμενης από την περιοχή του Ρεθύμνου. Με τον παππού του να έχει διατελέσει βουλευτής του κόμματων των Φιλελευθέρων, ο ίδιος συμμετείχε στο αντιστασιακό κίνημα κατά του Άξονα ως μέλος της ΕΠΟΝ. Την ίδια περίοδο ξεκίνησε να ασχολείται ενεργά με την ποίηση, οριζόμενος μεταξύ άλλων αρχισυντάκτης του περιοδικού Ξεκίνημα. Όπως αποδείχθηκε, η τέχνη και η πολιτική καθόρισαν τη ζωή του, προσφέροντάς της δημιουργικότητα μα και πολλές απογοητεύσεις.

Με τον Εμφύλιο Πόλεμο να μαίνεται, ο Αναγνωστάκης φυλακίστηκε το 1948 λόγω της αριστερής του ιδεολογίας. Παρότι όμως το επόμενο έτος καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί: το 1951 ο ποιητής πέτυχε να αποφυλακιστεί χάρις τη γενική αμνηστία που χορήγησε η κυβέρνηση του Πλαστήρα. Τη διετία 1955-1956 μετέβη στη Βιέννη για να μετεκπαιδευτεί ως ακτινολόγος, επιστρέφοντας έπειτα στη Θεσσαλονίκη για να εργαστεί. Τα έτη από την αποφυλάκισή του έως την πτώση της Χούντα υπήρξαν τα πλέον γόνιμα, καθώς τότε εκδόθηκαν τα περισσότερα ποιήματά του. Παράλληλα, αποτέλεσε μέλος του ΚΚΕ κι έπειτα του ΚΚΕ Εσωτερικού, αναπτύσσοντας αντιδικτατορική δράση.

Η πένα του Αναγνωστάκη ήταν ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία. Προϊόν και συνάμα ενεργός παράγοντας των κοινωνικών εξελίξεων, ο ποιητής συνήθιζε να αναπαριστά αριστοτεχνικά τις εικόνες των μελλοθανάτων, τις εμφυλιακές πόλεις και τις αξίες που μετέβαλλε ο πόλεμος. Η τέχνη του μάλιστα προσέγγισε τόσο συναισθηματικά το παρελθόν, ώστε κατάφερε να προσδώσει στον αναγνώστη ολόκληρη την ψυχοσύνθεση των σκαιών υποκειμένων.

Από τα έργα του ξεχωρίζει ίσως το παρακάτω απόσπασμα, το οποίο φαντάζει όρκος και συνάμα υπόμνηση του καθήκοντος του ιστορικού:


Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια στοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.


Μέσα στους ελάχιστους αυτούς στίχους ο ποιητής από τη Θεσσαλονίκη έθεσε τον πρωτοπρόσωπο καλλιτέχνη -κι ο ιστορικός είναι σίγουρα εν μέρη τέτοιος- ενώπιον του κοινωνικού του ρόλου. Τον ράπισε με άλλη μια ευθύνη: να μιλάει για τους ανθρώπους της ήττας, της φτώχειας, του περιθωρίου. Τον ανάγκασε να περιπλανιέται σε βομβαρδισμένες τοποθεσίες σκυλεύοντας άοπλα κουφάρια. Τον οδήγησε δηλαδή στη δημιουργία μιας προσωπικής, άρα ιδιότυπης, ιστορίας “από τα κάτω”. Κι έτσι, αυτή η συμβολή του Αναγνωστάκη υπήρξε καίρια όχι μόνο για την ποίηση, μα και για την ιστοριογραφία.


Υ.Γ.: Ο Αναγνωστάκης πέθανε στην Αθήνα το 2005. Τα τελευταία 30 περίπου χρόνια της ζωής του είχε εγκαταλείψει απογοητευμένος τη Θεσσαλονίκη, την ποίηση και την πολιτική.


Μ.Π.

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2019

Οι σχέσεις της προφορικής ιστορίας με τη λαογραφία μέσα από το έργο «Η Φωνή του Παρελθόντος»

Γράφει ο Μανώλης Πέπονας.



O Πωλ Τόμπσον γεννήθηκε το 1935 στη Βρετανία και σπούδασε ιστορία και κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1964 υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή, η οποία αφορούσε τους πρώτους πυρήνες του Εργατικού Κόμματος του Λονδίνου (1885-1914). Άμεσα τοποθετήθηκε λέκτορας κοινωνιολογίας στο νεοσύστατο πανεπιστήμιο του Έσσεξ όπου παραμένει ως σήμερα. Έχοντας αναλάβει αρκετά ερευνητικά προγράμματα, ο Τόμπσον θεωρείται ως ο πλέον διάσημος ίσως θιασώτης της προφορικής ιστορίας. Ήταν από τους ιδρυτές της Oral History Society (1971) και της Εθνικής Συλλογής Ιστοριών Ζωής (1987). Κύριο ενδιαφέρον του αποτελεί η μελέτη της ιστορίας της οικογένειας.

Το βιβλίο “The Voice of the Past” εκδόθηκε αρχικά το 1978 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Οξφόρδης, σε μια περίοδο δηλαδή έντονης παραγωγικότητας για τον Τόμπσον. Το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου δεν φαίνεται να τον επηρεάζει έκδηλα, παρότι οι αναφορές στη Σοβιετική Ένωση είναι ελάχιστες. Ο εν λόγω ακαδημαϊκός εξάλλου έως σήμερα δεν έχει αναπτύξει κάποια ιδιαίτερη ακτιβιστική δράση, με εξαίρεση βέβαια την ίδια την ιστορία που δημιουργεί. Από τα χρόνια εκείνα ο Τόμπσον εργάζεται πάνω στη συγκρότηση ομάδων προφορικής ιστορίας αποτελούμενων συνήθως από μη επαγγελματίες ιστορικούς -επρόκειτο για μια τακτική κατά τα πρότυπα του History Workshop, την οποία ακολουθεί μεταξύ άλλων και η ελληνική Ένωση Προφορικής Ιστορίας. Το καταστάλαγμα της εμπειρίας του 43χρονου τότε καθηγητή, συνοδευόμενο από πρακτικές συμβουλές και ιστοριογραφικές αναλύσεις, αποτελεί ακριβώς το περιεχόμενο του βιβλίου.

Το τελευταίο αποτελείται από εννέα κεφάλαια στα οποία ξεχωρίζει μια κεντρική ιδέα: η προφορική ιστορία είναι μια ιστορία δημόσια, προερχόμενη από “τα κάτω” και με στόχευση “στα κάτω”. Επιπρόσθετα, οι προφορικές πηγές οφείλουν να θεωρούνται ισάξιες σε κύρος με τα γραπτά κείμενα, ενώ ο συγγραφέας θεωρεί πως τα πρωτεία των εγγράφων έναντι των προφορικών πηγών οφείλονται κυρίως στις ιστοριογραφικές στροφές του 19ου αιώνα που συνέπεσαν (ή εν πολλοίς προκάλεσαν) την επαγγελματοποίηση της ιστορίας. Ο κύριος αγώνας του Τόμπσον δεν είναι άλλος από αυτόν της αναγνώρισης της προφορικής ιστορίας από τους ακαδημαϊκούς φορείς. Κι αν κάτι τέτοιο σήμερα θεωρείται περίεργο, το 1978 προφανώς και δεν ήταν.

Σε ένα πλαίσιο ανασκόπησης, ο Τόμπσον προσεγγίζει τη λαογραφία, καθώς αυτή πρώτη ασχολήθηκε με τη μελέτη της προφορικότητας. Θεωρεί πως ο ρομαντισμός ήταν αυτός που ανέθρεψε τόσο την αρχειακή μέθοδο όσο τις πρώτες λαογραφικές προσπάθειες που σύντομα απέκτησαν ιστορικό περιεχόμενο. Οπωσδήποτε ο συγγραφέας αναγνωρίζει τις κατά τόπους ιδιαιτερότητες: στη δυτική Ευρώπη για παράδειγμα τις λαογραφικές συλλογές ακολούθησε η πιο εκλεπτυσμένη μεθοδολογία της εθνολογίας, ενώ σταδιακά η λαογραφία άρχισε σε ορισμένες χώρες να αναζητά μια κάποια χαμένη εθνική «ψυχή». Η αναζήτηση αυτή είχε ολέθρια αποτελέσματα όταν συνδυάστηκε με τον ναζισμό, πράγμα που μετέπειτα οδήγησε στη δυσφήμιση της συγκεκριμένης επιστήμης. Έτσι, στη Γερμανία η προφορική ιστορία άργησε να αναπτυχθεί, αφού από τη μια πλευρά οι συγγενείς επιστήμες βρίσκονταν υπό καθεστώς καταίσχυνσης, ενώ από την άλλη ο λαός αποφάσισε πως ήταν προτιμότερο να θάψει το παρελθόν του.

Ομοίως, σύμφωνα με τον Τόμπσον, στη Βρετανία η λαογραφία συνδέθηκε με τα εθνικά κινήματα: λ.χ. η ιρλανδική κυβέρνηση άρχισε το 1930 να επιδοτεί τη συγκέντρωση υλικού, ενώ το 1935 ίδρυσε το Ιρλανδικό Λαογραφικό Ινστιτούτο. Ανάλογες κινήσεις σημειώθηκαν στην Ουαλία και τη Σκωτία.
Κατά τον Μεσοπόλεμο επίσης, η θεωρία του Μαλινόφσκι κυριαρχούσε. Ο τελευταίος υποστήριζε -σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό- πως οι προφορικές παραδόσεις, ακριβώς επειδή ο κύριος ρόλος τους είναι να νομιμοποιήσουν και να εξηγήσουν το παρόν, δεν έχουν σχεδόν καμιά αξία ως ιστορική πηγή: ο μύθος δεν είναι «ούτε προϊόν της φαντασίας, ούτε μια περιγραφή ενός νεκρού παρελθόντος- υποδηλώνει μια ευρύτερη πραγματικότητα που είναι εν μέρει ακόμα ζωντανή». Οι κάπως αχρονικές προσεγγίσεις του Μαλινόφσκι και των επιγόνων του ξεπεράστηκαν μόνο βαθμιαία, τη στιγμή μάλιστα που η βρετανική ιστοριογραφική σκηνή μεταβαλλόταν ριζικά.

Έτσι, μόνο με τη σταδιακή εξέλιξη τόσο της λαογραφίας όσο και της ιστορίας -μια διαδικασία δηλαδή που όταν γραφόταν το βιβλίο βρισκόταν σε εξέλιξη- οι δύο επιστήμες ήρθαν πιο κοντά. Ακόμη όμως και το 1978 ο Τόμπσον σημείωνε:
«Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προφορική ιστορία αναπτύχθηκε εκεί όπου είχε διατηρηθεί κάποια παράδοση επιτόπιας έρευνας στην ίδια την ιστορία, όπως στην περίπτωση της πολιτικής ιστορίας, της ιστορίας της εργατικής τάξης και της τοπικής ιστορίας, ή όπου οι ιστορικοί ήρθαν σε επαφή με άλλους επιστημονικούς κλάδους που κάνουν χρήση επιτόπιας έρευνας, όπως η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, η διαλεκτολογία και η λαογραφία».

Συμπερασματικά, το διαχρονικό έργο “Φωνές από το Παρελθόν” παρέχει θεωρητικές συμβολές και πρακτικές συμβουλές που μπορούν να βοηθήσουν κάθε σύγχρονο μελετητή της προφορικής ιστορίας, συγκροτώντας ένα πλαίσιο διεπιστημονικότητας και αρμονικής συνύπαρξης της τελευταίας με επιστήμες όπως η λαογραφία.

Το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα συνοπτικά

 Γράφει ο Δρ. Μανώλης Πέπονας Οι πρώτες συστηματικές αναφορές σε μια «Βόρειο Ήπειρο» παρατηρούνται στα διπλωματικά έγγραφα του 1912, προκειμ...